Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Υπερκινητικότητα παιδιών και εφήβων




          Ας μιλήσουν οι αριθμοί… Το σύνδρομο της υπερκινητικότητας προσβάλλει περίπου 1 στα 100 παιδιά κάτω των 11 ετών, παρουσιάζεται 3 φορές περισσότερο στα αγόρια από ό, τι στα κορίτσια. Μεταξύ του 30 και του 50% των παιδιών με υπερκινητικότητα παρατηρούνται προβλήματα συμπεριφοράς.
          Τι είναι, όμως, ακριβώς η υπερκινητικότητα; Ο όρος αναφέρεται στη μεγάλη διάσπαση προσοχής και στην υπερδραστηριότητα. Τα παιδιά αυτά, δηλαδή, δεν μπορούν να συγκεντρωθούν, αλλά ούτε και να μείνουν σε μία θέση. Τα υπερκινητικά παιδιά βρίσκονται διαρκώς σε υπερδιέγερση και κίνηση, προκαλούν φασαρία, και συνήθως παρουσιάζουν εξελικτικές διαταραχές, όπως αργούν να μιλήσουν, είναι αδέξια στις κινήσεις τους, δυσκολεύονται να προσανατολιστούν και να κατανοήσουν σχήματα και μορφές.
          Ανά τον κόσμο υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το σύνδρομο της υπερκινητικότητας. Η διάγνωση και η θεραπεία αλλάζουν διαρκώς. Πολύ συχνά ως υπερκινητικότητα μπορεί να εκληφθούν άλλου είδους προβλήματα, όπως είναι η επιθετική συμπεριφορά ή μεμονωμένες δυσκολίες, οι οποίες είναι μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης και δεν απαιτούν αντιμετώπιση. Συνεπώς, είναι σημαντικό τα παιδιά να αξιολογηθούν σωστά βάσει κλινικών οδηγιών. Καθώς η σωματική υπερκινητικότητα βελτιώνεται με την ηλικία, τα προβλήματα στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή του ατόμου ίσως να μην είναι ιδιαίτερα ορατά. Είναι πιθανόν οι δυσκολίες να συνδέονται κυρίως με την ικανότητα συγκέντρωσης ή την κοινωνική ωρίμανση, παρόλο που η τελευταία δεν αποτελεί διαγνωστικό χαρακτηριστικό.



          Ας δούμε ποια είναι τα χαρακτηριστικά του παιδιού 4 έως 6 ετών με υπερκινητικότητα. Συνήθως τρέχουν από τη μια μεριά του δωματίου στην άλλη, ψάχνουν τις τσάντες των επισκεπτών, μιλούν συνέχεια και δεν κοιτούν αριστερά δεξιά όταν περνούν το δρόμο. Συχνά, σπάνε και χάνουν τα παιχνίδια τους, ανεβαίνουν στα έπιπλα, κουνούν συνέχεια τα πόδια τους και μεταπηδούν από τη μια ασχολία στην άλλη. Εξαιτίας αυτής της υπερβολικής ενέργειας, κοιμούνται αργά, ξυπνούν νωρίς και γενικά εξαντλούν τους γονείς τους.
          Τα χαρακτηριστικά των παιδιών άνω των 6 ετών με υπερκινητικότητα έχουν να κάνουν με το ότι στο σχολείο δεν μπορούν να εστιάσουν την προσοχή τους, μοιάζουν αφηρημένα, δεν ακούν τι λέει ο δάσκαλος, σηκώνονται από τη θέση τους και δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τα μαθήματά τους. Συνήθως ξεχνούν τα βιβλία τους και τα μολύβια τους, απαντούν στο δάσκαλο χωρίς να περιμένουν τη σειρά τους ή χωρίς να ρωτηθούν, διακόπτουν, δεν περιμένουν στη γραμμή για να μπουν στην τάξη, δεν ακολουθούν τους κανόνες των παιχνιδιών όταν παίζουν με τα άλλα παιδιά. Τα συμπτώματα συνήθως είναι έντονα όταν το παιδί βρίσκεται σε μια ομάδα.
          Τα ακριβή αίτια της υπερκινητικότητας δεν είναι ακόμα γνωστά. Η κληρονομικότητα είναι ένα από τα βασικότερα αίτια της διαταραχής. Σχετίζεται, επίσης, με διαταραχές της διάθεσης, όπως η κατάθλιψη, με αγχώδεις διαταραχές, με διαταραχές που σχετίζονται με ουσίες και με αντικοινωνική διαταραχής της προσωπικότητας.
          Οι ψυχοκοινωνικές θεωρίες «ρίχνουν το βάρος» στην απειρία των γονέων να επικοινωνήσουν το άγχος τους, αλλά και στην αδυναμία τους να ελέγξουν τη συμπεριφορά του παιδιού τους.
          Τα παιδιά με υπερκινητικότητα μπορούν να μάθουν να ελέγχουν τις αντιδράσεις τους με τεχνικές συμπεριφοράς που έχουν προταθεί από ψυχολόγους. Αυτό μπορεί να τα βοηθήσει να μάθουν να συγκεντρώνονται καλύτερα και να ολοκληρώνουν τις εργασίες στο σχολείο. Η συνεργασία γονέων και δασκάλων παίζει καθοριστικό ρόλο. Μόνο έτσι το παιδί δεν θα μπερδεύεται και θα μάθει να ζει σε ένα σταθερό περιβάλλον, αφομοιώνοντας καλύτερα τις συνθήκες και τους κανόνες.
Πώς πρέπει, λοιπόν, να αντιμετωπίζονται τα παιδιά με υπερκινητικότητα; Η ηλικία μέχρι τα 11 έτη, όταν εμφανίζεται η διαταραχή, είναι πολύ κρίσιμη για τις μετέπειτα σχέσεις του ατόμου. Έτσι, είναι καλό να ενθαρρύνονται οι κοινωνικές δραστηριότητες και φιλίες, αρχικά ελεγχόμενα και σταδιακά ενθαρρύνοντας περισσότερο τον αυθορμητισμό και τον πειραματισμό. Αν το παιδί αισθανθεί μια μορφή επιτυχίας σε αυτές τις πρώτες φιλίες, θα τη βιώσει και στη συνέχεια στις μελλοντικές κοινωνικές του επαφές. Μέσω της επιτυχίας σε αυτές τις σχέσεις θα διαμορφώσει την αυτοπεποίθησή του. Είναι, επίσης, πολύ χρήσιμη η προώθηση του παιδιού σε εργασίες που δεν θα το οδηγήσουν σε αίσθημα απογοήτευσης, να μην σκεφτεί, δηλαδή, ότι δεν τα κατάφερε. Η ενθάρρυνση του παιδιού είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.
Πολλοί γονείς συχνά απογοητεύονται ή κουράζονται. Αυτό οφείλεται στην ανάγκη των παιδιών με υπερκινητικότητα για συνεχή επίβλεψη και παρακολούθηση. Αυτή την κούραση τα παιδιά την αντιλαμβάνονται και πολλές φορές αισθάνονται ενοχές, γιατί νιώθουν πως ταλαιπωρούν τους γονείς τους. Η παρέμβαση θεραπευτή, πέρα από την στήριξη στο παιδί, βοηθά και τους γονείς να προσαρμοστούν και να αποδεχτούν την κατάσταση.
Γενικά, τα σημεία της διαταραχής μπορεί να είναι ελάχιστα μέχρι και να απουσιάσουν εντελώς, όταν το άτομο βρίσκεται κάτω από αυστηρό έλεγχο, αντιμετωπίζει κάποια καινούρια κατάσταση, ασχολείται με κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, επιβραβεύεται συστηματικά για την καλή του συμπεριφορά, ζει σε σταθερό και ασφαλές περιβάλλον.


Για το Σύγχρονο Παιδαγωγείο :




Ψυχολόγος – παιδοψυχολόγος

Συντονίστρια/ Εκπαιδεύτρια Σχολών Γονέων

Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού



Τηλ: 2721022287

e- mail: giotapapageorgiou@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου