Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΥΠΕΡΚΙΝΗΤΙΚΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΤΟΥ



Ένα υγιές παιδί με φυσιολογική ανάπτυξη παρουσιάζει την εικόνα παιδιού ζωηρού, με όρεξη για παιχνίδι και διάθεση για εξερεύνηση του περιβάλλοντός του και απόκτηση γνώσεων. Το παιδί που τρέχει, παίζει και γελάει με ζωντάνια είναι παιδί που προκαλεί τη χαρά και την ικανοποίηση της οικογένειάς του. Ακόμα και οι μικρές αταξίες θεωρούνται φυσιολογική συμπεριφορά για ένα παιδί, το οποίο, στην προσπάθειά του να γνωρίσει τον κόσμο, ενδέχεται να κάνει ζημιές και να μην φέρεται πάντα με τον τρόπο που θα ήθελαν οι γονείς του.
            Όταν όμως τα στοιχεία της ζωντάνιας και της ενεργητικότητας είναι παρόντα σε υπερβολικό βαθμό, όταν το παιδί κινείται συνεχώς και αδυνατεί να καθίσει ήσυχο στην περίπτωση που αυτό επιβάλλεται, τότε η κατάσταση γίνεται αφόρητη στο σπίτι και αυτή η συμπεριφορά προκαλεί συχνά την ανησυχία, ίσως και την οργή των  γονιών. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι γονείς μπορεί να χαρακτηρίζουν το παιδί τους ως υπερκινητικό. Πρέπει να ξέρουμε όμως ότι η υπερκινητικότητα είναι πραγματικό πρόβλημα που ταλαιπωρεί κυρίως το ίδιο το παιδί.
            Τα όρια μεταξύ φυσιολογικής και παθολογικής συμπεριφοράς κατά την παιδική ηλικία είναι ορισμένες φορές δυσδιάκριτα γιατί τα παιδιά παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους ως προς την ιδιοσυγκρασία και επιπλέον κάτι που θεωρείται φυσιολογικό σε μία ηλικία μπορεί να μην είναι φυσιολογικό αν συνεχίσει να εμφανίζεται καθώς το παιδί μεγαλώνει. Είναι λοιπόν χρήσιμο να γνωρίζουμε πότε η ζωηράδα του παιδιού αποτελεί στοιχείο φυσιολογικής ανάπτυξης και πότε σημάδι ότι κάτι δεν πάει καλά, οπότε πρέπει να αναζητήσουμε την καθοδήγηση κάποιου ειδικού για να την αντιμετωπίσουμε.
            Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής/Υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ) αποτελεί μια αναπτυξιακή διαταραχή η οποία εκδηλώνεται στο 3-10% του παιδικού πληθυσμού. Η ΔΕΠ-Υ χαρακτηρίζεται κυρίως από υπερβολική κινητικότητα, παρορμητικότητα και διάσπαση προσοχής.
            Το υπερκινητικό παιδί δεν είναι απλώς ένα ζωηρό παιδί αλλά ένα παιδί που όταν χρειαστεί να καθίσει ήσυχο για να εκτελέσει μία δραστηριότητα, για παράδειγμα να διαβάσει, ζορίζεται τόσο πολύ που κουνά χέρια και πόδια και στριφογυρνά συνεχώς στο κάθισμά του. Να  πώς περιγράφει το Γιώργο, υπερκινητικό αγοράκι 7 ετών, η μητέρα του : "Ο Γιώργος είναι σαν σβούρα. Κινείται συνεχώς και στο πέρασμά του σπρώχνει όποιον βρει μπροστά του. Συχνά κάνει ζημιές γιατί είναι πολύ αδέξιος. Κινείται πολύ ακόμα και στον ύπνο του. Επίσης είναι αδύνατον να συγκεντρωθεί για πολλή ώρα σε μία δραστηριότητα και μεταπηδά συνεχώς από το ένα παιχνίδι στο άλλο. Ακόμα και με τους φίλους του  δεν έχει την υπομονή να περιμένει τη σειρά του για να παίξει.  Επίσης είναι αφηρημένος και συχνά μου δίνει την εντύπωση ότι δεν ακούει αυτό που του λέω".
            Τα υπερκινητικά παιδιά δυσκολεύονται υπερβολικά να ελέγξουν και να περιορίσουν την κινητικότητά τους. Ακόμα και σαν μωρά συνήθως κλαίνε πολύ και έχουν ανήσυχο ύπνο. Επίσης μπορεί να καθυστερήσουν  να αποκτήσουν τον έλεγχο των σφιγκτήρων τους και συχνά αργούν να μιλήσουν σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις αργούν επίσης να σταθούν μόνα τους και να περπατήσουν.
            Οι σημαντικότερες δυσκολίες εμφανίζονται όμως με την είσοδό τους στο σχολείο. Η δασκάλα της Μαρίας, μαθήτριας της πρώτης Δημοτικού λέει για τη Μαρία : "Πρόκειται για ένα πολύ έξυπνο κοριτσάκι, η συμπεριφορά της όμως και οι επιδόσεις της στα μαθήματα με προβληματίζουν ιδιαίτερα διότι δεν ανταποκρίνεται όπως θα περιμέναμε απ’αυτήν στις απαιτήσεις του σχολείου. Μέσα στην τάξη δυσκολεύεται να καθίσει ήσυχα στο θρανίο της. Αναζητά συνεχώς ευκαιρία να σηκωθεί, είτε θέλει να ξύσει το μολύβι της είτε ζητά να πάει στην τουαλέτα. Δύσκολα συγκεντρώνεται και αναγκάζομαι να της κάνω συνεχώς παρατηρήσεις γιατί δεν με προσέχει. Χάνει πολύ συχνά τα πράγματά της και τα τετράδιά της δείχνουν μια έλλειψη οργάνωσης. Είναι ανυπόμονη και θυμώνει πολύ εύκολα. Αυτό που με ανησυχεί όμως ιδιαίτερα είναι ότι κοντεύει το Πάσχα και δεν έχει μάθει ακόμα να γράφει και να διαβάζει σωστά. Φαίνεται να είναι απλώς τεμπέλα."
            Τα υπερκινητικά παιδιά συχνά δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σχολείου παρόλο που έχουν απολύτως φυσιολογική νοημοσύνη. Οι δυσκολίες συγκέντρωσης και διατήρησης της προσοχής είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνες για τις μειωμένες επιδόσεις στο σχολείο. Τα παιδιά αυτά δεν μπορούν να προσέξουν τη δασκάλα για μεγάλο χρονικό διάστημα ούτε να συγκεντρωθούν στο σπίτι για να μελετήσουν. Έτσι δημιουργούνται σχολικά κενά που συνεπάγονται χαμηλή επίδοση. Πολύ συχνά δέχονται τις παρατηρήσεις των γονιών και τις επικρίσεις των δασκάλων. Η συμπεριφορά τους ερμηνεύεται συνήθως ως "τεμπελιά" και "αδιαφορία". Αυτές οι ταμπέλες όμως που χωρίς μεγάλη σκέψη αποδίδουμε στα υπερκινητικά παιδιά όχι μόνο δεν τα βοηθούν αλλά αντίθετα τα κάνουν να πιστέψουν ότι δε μπορούν να τα καταφέρουν όσο κι αν προσπαθήσουν. Το αποτέλεσμα είναι να αποθαρρύνονται και να θεωρούν τη μάθηση ως πηγή αποτυχίας. Καθώς λοιπόν το αίσθημα της αποτυχίας δεν είναι ευχάριστο για κανένα, αυτά τα παιδιά προσπαθούν να το αποφύγουν αρνούμενα να μελετήσουν. Κατά συνέπεια οι ώρες μελέτης στο σπίτι είναι βασανιστικές τόσο για το παιδί όσο και για τους γονείς, οι οποίοι παραπονιούνται ότι "το διάβασμα κρατάει όλο το απόγευμα και συνοδεύεται από γκρίνια και κλάματα." Αυτή η κατάσταση εξαντλεί την υπομονή τους, οι παρατηρήσεις αυξάνονται και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται.
            Το γεγονός ότι τα παιδιά αυτά δεν τα πάνε καλά στο σχολείο τα οδηγεί πολλές φορές στην αναζήτηση άλλων τρόπων προκειμένου να προσελκύσουν την προσοχή του περιβάλλοντος και να γίνουν αποδεκτά. Συχνά κάνουν "σαχλαμάρες" και γίνονται οι παλιάτσοι της παρέας, άλλοτε πάλι καταφεύγουν σε επιθετικές μορφές συμπεριφοράς για να επιβληθούν. Είναι βέβαια ευνόητο ότι αυτού του είδους η συμπεριφορά διαταράσσει τις σχέσεις τους με τους άλλους.
            Για τα παιδιά με υπερκινητικότητα, η έγκαιρη παρέμβαση από κάποιον ειδικό και η σωστή αντιμετώπιση από την πλευρά της οικογένειας αποτελούν τους πιο σημαντικούς παράγοντες όσον αφορά στην εξέλιξή τους. Τα υπερκινητικά παιδιά χρειάζονται ενθάρρυνση και στήριξη από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Πρέπει να τονίζουμε περισσότερο τα θετικά τους σημεία απ’ότι να κατακρίνουμε τα αρνητικά. Πρέπει επίσης να αποφεύγουμε χαρακτηρισμούς όπως "τεμπέλης", "χαζός", "αδιάφορος", γιατί αυτό θίγει την προσωπικότητα του παιδιού και του δημιουργεί επιπλέον συναισθηματικά προβλήματα. Ανάλογα με την αντιμετώπιση που έχει από τον κοινωνικό περίγυρο, το παιδί μπορεί να οδηγηθεί στην αναζήτηση στρατηγικών για την αντιμετώπιση των δυσκολιών του ή στην αποθάρρυνση και την εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας. Επίσης, η καθοδήγηση  από κάποιον ειδικό, που ασχολείται με τέτοιου είδους δυσκολίες, μπορεί να βοηθήσει αυτά τα παιδιά να μάθουν να ελέγχουν τη συμπεριφορά και τις δυσκολίες τους έτσι ώστε να βελτιώσουν σημαντικά τόσο τις επιδόσεις τους στο σχολείο όσο και τις σχέσεις τους με τους άλλους.
            Ενδεικτικά, θα αναφέρουμε κάποιες βασικές αρχές, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τους γονείς ώστε να προσεγγίσουν καλύτερα το παιδί τους. Αυτές οι αρχές δεν καλύπτουν βέβαια ολόκληρο το φάσμα μιας αποτελεσματικής παρέμβασης, δεδομένου ότι μία τέτοια παρέμβαση εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, τη φύση και την ένταση των δυσκολιών και άλλους παράγοντες. Δίνουν όμως κάποιες κατευθύνσεις που μπορούν να βοηθήσουν στη βελτίωση της σχέσης του υπερκινητικού παιδιού με τους γονείς του :
·      Αποδοχή
     Απαραίτητη προϋπόθεση για να ξεκινήσει μία προσπάθεια αποτελεσματικής παρέμβασης είναι η κατανόηση των δυσκολιών του παιδιού από τους γονείς. Συχνά αρνούμαστε να δεχτούμε την ύπαρξη αυτών των δυσκολιών, κι αν ακόμα τις δεχτούμε, ενδιαφερόμαστε περισσότερο για τα αίτιά τους παρά για τον τρόπο με τον οποίον θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε το παιδί μας.
·      Προσοχή
     Πολλές φορές οι γονείς συνηθίζουν να δίνουν προσοχή στο παιδί τους μόνο όταν κάνει κάποια ζημιά. Πιο αποτελεσματική όμως είναι η αντίθετη συμπεριφορά, δηλαδή να προσέχουμε το παιδί όταν συμπεριφέρεται σωστά και τότε να το ενισχύουμε θετικά. Ο τρόπος της ενίσχυσης βέβαια διαφέρει από παιδί σε παιδί και γι’αυτό πρέπει οι ίδιοι οι γονείς να εντοπίσουν τι αποτελεί ενίσχυση για το δικό τους   παιδί : μια καλή κουβέντα, μια ενθαρρυντική ματιά, ένα παιχνίδι μαζί, μία βόλτα και πολλά άλλα. Μ’αυτόν τον τρόπο δίνεται η ευκαιρία και το κίνητρο στο παιδί να επαναλάβει τη θετική συμπεριφορά για την οποία ενισχύθηκε.
·      Επιτυχία
     Φροντίζουμε, όσο το δυνατόν περισσότερο, να ζητάμε από το παιδί πράγματα στα οποία είμαστε σίγουροι ότι θα πετύχει. Αυτό του δίνει την ικανοποίηση ότι μπορεί να τα καταφέρει και είναι πιθανόν να θελήσει να επαναλάβει τη δραστηριότητα στην οποία είχε επιτυχία. Σε περίπτωση αποτυχίας καλό είναι να μην κατακρίνουμε το παιδί  αλλά να το βοηθήσουμε, ίσως με κάποια παρεμφερή δραστηριότητα, να καταλάβει το λάθος που έκανε. 
            Σε γενικές γραμμές η αποτελεσματική παρέμβαση είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, η οποία απαιτεί την παρέμβαση ειδικού. Στην προσπάθεια αυτή, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα υπερκινητικά παιδιά είναι έξυπνα παιδιά που έχουν πλήρη επίγνωση των δυσκολιών τους και που ταλαιπωρούνται περισσότερο τα ίδια παρά οι γονείς τους εξαιτίας αυτών των δυσκολιών. Αυτό που χρειάζονται είναι να σκύψουμε με κατανόηση πάνω από τα προβλήματά τους και να αναζητήσουμε αποτελεσματικούς τρόπους ώστε να  στηρίξουμε τις προσπάθειές τους να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τους.
            

Για το σύγχρονο Παιδαγωγείο:
Δρ. Mανιαδάκη Κατερίνα

 Ψυχολόγος, Επίκ. Καθηγήτρια ΤΕΙ Αθήνας
Διευθύντρια Ψυχολογικού Κέντρου «ΑΡΣΗ»




Βιβλιογραφία
Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ., (Επιμ., 2012). Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα. Θεωρητικές προσεγγίσεις και θεραπευτική αντιμετώπιση.  Αθήνα: Gutenberg.
Κάκουρος, Ε., & Μανιαδάκη, Κ. (2002). Ψυχοπαθολογία Παιδιών και Εφήβων -Αναπτυξιακή Προσέγγιση-.  Αθήνα:  Εκδόσεις Τυπωθήτω.   
Καλαντζή-Αζίζι, Α., & Καραδήμας, Ε. (2004). Διάσπαση προσοχής και αδυναμία ελέγχου των παρορμήσεων: από τον απρόσεκτο μαθητή ως τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής - υπερκινητικότητα.  Στο: Α. Καλαντζή-Αζίζι & Μ. Ζαφειροπούλου (επιμ.)  Προσαρμογή στο σχολείο (σσ. 225-253). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.                                                                   
Neuhaus, C. (1996). Το Υπερκινητικό Παιδί και τα Προβλήματά του. (Μετ: Γ. Μωραΐτου, Επιμ: Μ. Ζαφειροπούλου), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα (1998).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου