Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Παραμύθια από διάφορες χώρες

 



 Οι Δύο Φίλοι - μύθος από τη Νιγηρία

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο ποντίκια ο Γιζούμ (ποντίκι των θάμνων) και ο Νκίνκι (ποντίκι του σπιτιού) οι οποίοι ήταν πολύ καλοί φίλοι.
Μια μέρα ο Γιζούμ κάλεσε τον Νκίνκι στο σπίτι του για να περάσουν μαζί την ημέρα. Ο Νκίνκι δεν είχε ξαναπάει στο σπίτι του φίλου του και ήταν πολύ χαρούμενος. Το σπίτι του Γιζούμ βρισκόταν στους θάμνους, κάτω από ένα βράχο. Μόλις έφτασαν, ο οικοδεσπότης τον ξενάγησε στο σπίτι του και ύστερα αποφάσισαν να φάνε κάτι. Ο Γιζούμ προσέφερε τα καλύτερα τρόφιμα που είχε: φασόλια, καρπούς από τα δέντρα, φιστίκια, ρίζες και άλλες νοστιμιές των ποντικών των θάμνων.
Ας φάμε είπε ο Γιζούμ και ο Νκίνκι απρόθυμα συμφώνησε, διότι δεν ήταν τόσο ενθουσιασμένος απ’ όλα αυτά που ο φίλος του, του παρείχε. Ωστόσο δεν ήθελε να τον προσβάλει, οπότε και έφαγε το φαγητό (αν και με μεγάλη δυσκολία). Όταν τελείωσαν το γεύμα, ο Νκίνκι ένιωσε ότι κάτι τον βάραινε μέσα του και ήθελε να το βγάλει, κι έτσι είπε: « Γιζούμ, φαίνεται ότι ζεις πολύ σκληρή ζωή εδώ στον θάμνο. Δεν θα μπορούσα να πιστέψω ότι πρέπει να τρέφεσαι με σπόρους και αυτό το κοινό φαγητό για όλη σου την ζωή. Αν έπρεπε να ζήσω σαν κι εσένα θα ήμουν πολύ δυστυχισμένος και θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί», και συνέχισε για λίγο να κριτικάρει τον τρόπο ζωής του Γιζούμ.
Έφτασε η ώρα να γυρίσει ο Νκίνκι σπίτι του. Έτσι ο Γιζούμ αποφάσισε να πάει μαζί με τον φίλο του για να δει αν η ζωή του ήταν τόσο καλύτερη όσο έλεγε. Του είπε : «Νκίνκι, θα ήθελα να έρθω μαζί σου για να δω το σπίτι σου» και ο Νκίνκι του απάντησε : « Είσαι ευπρόσδεκτος να έρθεις».
Ξεκίνησαν για το χωριό που έμενε ο Νκίνκι. Περπάτησαν αρκετά συζητώντας σε όλο το δρόμο και έφτασαν στο σπίτι του αρκετά κουρασμένοι και πεινασμένοι. Αμέσως ο Γιζούμ παρατήρησε το πολύ καλό φαγητό πεταμένο έξω στο χώμα που μύριζε ωραία και φαινόταν υπέροχο. ’ρχισε να σκέφτεται ότι ο Νκίνκι είχε δίκιο! Υπήρχε χυλός, κρέας, υπέροχο καλαμπόκι και καρποί τα οποία φαίνονταν πως οι άνθρωποι μόλις τα είχαν πετάξει.
Ήταν τόσο πεινασμένοι που ξεκίνησαν να τρώνε ευθύς αμέσως. Το φαγητό ήταν υπέροχο και ο Γιζούμ σκέφτηκε: « Αν μπορούσα να βρω ένα μέρος σαν κι αυτό να μείνω, η ζωή μου θα γινόταν πιο γλυκιά». Τους φάνηκε σαν να έτρωγαν ώρες και σύντομα χόρτασαν. Ο Γιζούμ ετοιμαζόταν να χαλαρώσει και να ξαπλώσει, αλλά ξαφνικά άκουσε έναν ξαφνικό και περίεργο ήχο πίσω του. «Μια γάτα» φώναξε ο Νκίνκι και πριν προλάβει ο Γιζούμ να κοιτάξει γύρω του, η γάτα ήταν επάνω τους. «Τρέξε!» φώναξε ο Νκίνκι και ο Γιζούμ άρχισε να τρέχει.
Ο Γιζούμ δεν είχε ξαναφοβηθεί τόσο πολύ στην ζωή του και έτρεχε με όλη του την δύναμή. Η γάτα τους πλησίαζε αλλά μόλις είχαν αρχίσει και οι δυο φίλοι να κουράζονται, εντόπισαν μία τρύπα στον τοίχο ενός σπιτιού και όρμησαν μέσα.
Όταν επιτέλους ξελαχάνιασαν ο Γιζούμ είπε: « Νκίνκι φίλε μου, το φαγητό εδώ είναι πράγματι καλύτερο από αυτό που τρώω. Αν όμως η ζωή σου είναι έτσι όπως σήμερα και περνάς όλα αυτά για να φας καλά, τότε προτιμώ να τρώω τους σπόρους και τους καρπούς μου και να έχω το κεφάλι μου ήσυχο». Έτσι έφυγε ο Γιζούμ για το σπίτι του στον θάμνο και ο Νκίνκι από εκείνη την ημέρα δεν ξανά κριτίκαρε ποτέ τον τρόπο ζωής του φίλου του.


 Ο βασιλιάς και το αλάτι -Παραμύθι από τη Λιβύη

 Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς που
είχε τρεις γιους και τους αγαπούσε πολύ.
Μια μέρα αποφάσισε να δει πόσο τον αγαπούσαν κι εκείνοι.
Φώναξε λοιπόν τον καθένα και τον ρώτησε πόσο τον αγαπάει.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το χρυσάφι και τα κοσμήματα", είπε ο πρώτος γιος και
ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ τα λεφτά", είπε ο δεύτερος γιος και πάλι ο βασιλιάς ευχαριστήθηκε πολύ.
"Σ' αγαπώ όσο αγαπώ το αλάτι", είπε ο τρίτος γιος.
Ο βασιλιάς τότε θύμωσε πολύ και έδιωξε τον τρίτο γιο από το παλάτι.

Εκείνος περιπλανήθηκε σε πόλεις και χωριά, έκανε πολλές δουλειές και κατάφερε
με την εξυπνάδα του να γίνει βασιλιάς σε μια άλλη πολιτεία.

Τα χρόνια πέρασαν, ο πατέρας του είχε πια γεράσει πολύ και είχε
σχεδόν ξεχάσει τον τρίτο του γιο.

Εκείνος όμως πάντα θυμόταν τον πατέρα του και τον άδικο διωγμό του από το παλάτι, αλλά δεν του κρατούσε κακία. Έτσι, μια μέρα αποφάσισε να κάνει ένα γιορταστικό τραπέζι και κάλεσε σ' αυτό βασιλιάδες από κοντά κι από μακριά.
Ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας του.
Το τραπέζι ήταν πολύ πλούσιο.
Είχε όλων των ειδών τα φαγητά, τα φρούτα και τα γλυκά.
Μόνο που όλα τα φαγητά ήταν ανάλατα.
Έτσι είχε συμφωνήσει ο τρίτος γιος με το μάγειρα.

Όταν όλοι κάθισαν στο γιορτινό τραπέζι, ο βασιλιάς πατέρας του
πήρε το πιρούνι και άρχισε να τρώει.
Με τις πρώτες όμως πιρουνιές παραπονέθηκε ότι το φαγητό
δεν είχε καθόλου αλάτι και σταμάτησε να τρώει.
Καθόταν περίλυπος μπροστά σ' αυτό, το τόσο πλούσιο... με άγευστα φαγητά τραπέζι.

Τότε ο τρίτος του γιος, που στεκόταν δίπλα του, αλλά ο γερο-βασιλιάς δεν είχε αναγνωρίσει, γύρισε και του είπε:
"Πατέρα, όταν πριν από πολλά χρόνια σου είπα ότι σ' αγαπώ όσο το αλάτι, με έδιωξες από το παλάτι σου. Τώρα, γιατί είσαι τόσο λυπημένος επειδή δεν μπορείς να φας το ανάλατο φαγητό σου;".

Ο γερο-βασιλιάς, έκπληκτος, αναγνώρισε το γιο του και κατάλαβε το λάθος του. "Συγνώμη, γιε μου, ήμουν τόσο άδικος μαζί σου..." του είπε.

Τότε ο γιος αγκάλιασε τον πατέρα του

και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα...

Ο άσπρος ελέφαντας -

Τα πολύ παλιά τα χρόνια γεννήθηκε σ’ ένα δάσος ένας όμορφος ελέφαντας. Το δέρμα του ήταν άσπρο και μαλακό σαν τα πούπουλα του κύκνου. Όσο μεγάλωνε, τόσο πιο όμορφος και δυνατός γινόταν, και όσοι τύχαινε να τον συναντήσουν στο δάσος θαύμαζαν την ομορφιά και τη δύναμή του.
Η φήμη του απλώθηκε σε όλη τη χώρα, κι έφτασε στα αυτιά του βασιλιά, που θέλησε να αποκτήσει αυτόν τον  σπάνιο ελέφαντα. Γι’ αυτό, έστειλε στο δάσος τους εκπαιδευτές ελεφάντων, για να τον πιάσουν. Αυτοί τον κυνηγούσαν πολλές μέρες και τελικά κατάφεραν να τον βρουν και να τον αιχμαλωτίσουν. Τον πήγαν στον κήπο του παλατιού και τον έδεσαν με αλυσίδες. Άρχισαν να τον εκπαιδεύουν να υπακούει σε ό,τι τον πρόσταζαν να κάνει. Αλλά ο ελέφαντας δεν καταλάβαινε πάντα τι του ζητούσαν οι εκπαιδευτές του, και πολλές φορές δεν υπάκουε. Τότε αυτοί τον έδερναν. Γρήγορα το ωραίο άσπρο του δέρμα γέμισε με μελανιές και ο άσπρος ελέφαντας ήταν πάντα τρομαγμένος.
Μια μέρα ο ελέφαντας τρόμαξε τόσο πολύ που σηκώθηκε όρθιος στα πίσω πόδια του, έσπασε τις αλυσίδες και το έσκασε χωρίς να μπορέσουν να τον εμποδίσουν οι εκπαιδευτές του. Έτρεξε στο βουνό και χώθηκε τόσο βαθειά στο δάσος που οι εκπαιδευτές του δεν μπόρεσαν να τον βρουν όσο κι αν έψαξαν. Έτσι έπαψαν να τον ψάχνουν, γύρισαν στο παλάτι και τον ξέχασαν.
Όμως ο άσπρος ελέφαντας δεν ξέχασε ούτε αυτούς ούτε το φόβο του. Και κάθε φορά που το φύσημα του αγέρα ακουγόταν σαν βογκητό, σαν κλάμα, σαν στριγκλιά, ο ελέφαντας τρελαινόταν από το φόβο του και έτρεχε γύρω γύρω, χτυπώντας την προβοσκίδα του δεξιά αριστερά.
Και παρόλο που ήταν ελεύθερος, έκανε σαν να τον είχαν ξανααιχμαλωτίσει, γιατί τώρα πια το μυαλό του ήταν τόσο ταραγμένο  που ξεχνούσε ακόμα και να φάει. Σε λίγο καιρό το γερό και μεγάλο σώμα του έγινε αδύνατο και αδύναμο. Κι όποτε έτρεχε με πανικό μέσα στο δάσος σκόνταφτε και έπεφτε πάνω στους κορμούς των δέντρων και στα μεγάλα βράχια.  
Οι μόνες φορές που ένιωθε ηρεμία ήταν όταν σταματούσε κάτω από ένα συγκεκριμένο δέντρο για να πάρει ανάσα. Αυτό το δέντρο είχε ένα λείο, χοντρό κορμό και ένα φουντωτό πυκνό φύλλωμα, που έκοβε τη φόρα του ανέμου και τον ανάγκαζε να περνάει μαλακά ανάμεσα από τα κλαδιά του και να μουρμουρίζει γλυκά. Όποτε ο ελέφαντας στεκόταν να ξεκουραστεί κάτω από αυτό το δέντρο, το δέντρο ένιωθε το φόβο που τον ταλαιπωρούσε, και τον συμπονούσε.
Μια μέρα που ο ελέφαντας χτυπιόταν πάνω στον κορμό του με μεγαλύτερη μανία από κάθε άλλη φορά, το δέντρο κούνησε τα φύλλα του και του ψιθύρισε:

« Γιατί φοβάσαι τον άνεμο; Αυτός το μόνο που κάνει είναι να μετακινεί τα σύννεφα και να στεγνώνει την πρωινή δροσιά! Δεν μπορεί να κάνει κακό σε σένα. Κοίταξε μέσα στο μυαλό σου! Εκεί μέσα υπάρχει ο φόβος σου, που σε έχει αιχμαλωτίσει!».

Ο άσπρος ελέφαντας χαμογέλασε. Κατάλαβε ξαφνικά ότι δεν υπήρχε τίποτα που να τον απειλεί παρά μόνο η παλιά του συνήθεια να είναι φοβισμένος. Από τότε βρήκε τη γαλήνη του και άρχισε να χαίρεται τη ζωή του στο βουνό. Από τότε βρήκε την ελευθερία του!


Μετάφραση, διασκευή Άννα Αλιφραγκή.
Πηγή: A collection of Eastern Stories and Legends for Narration or Later Reading in Schools, selected and adapted by Marie L. Shedlock, 1910, London:  Routledge & Sons Ltd.

Η δύναμη της φιλίας -παραμύθι από το Θιβέτ

Κάποτε, στην όχθη μιας λίμνης ζούσε ένα μικρό Γεράκι. Στην απέναντι όχθη ζούσε μια Γερακίνα, ενώ γύρω από τη λίμνη είχαν επίσης τη φωλιά τους ένα Μεγάλος Αητός κι ένα Λιοντάρι. Στη μέση της λίμνης υπήρχε ένα μικρό νησί. Εκεί έμενε μια Νεροχελώνα.
Μια μέρα το μικρό Γεράκι πέταξε μέχρι τη φωλιά της Γερακίνας και τη ζήτησε σε γάμο.
-         Έχεις φίλους; Το ρώτησε εκείνη.
-         Όχι, δεσποινίς, απάντησε διστακτικά το Γεράκι.
-         Μα πρέπει να έχουμε φίλους, του είπε εκείνη. Δε μπορούμε να ζούμε μόνοι μας. Έχουμε ανάγκη από συντροφιά και συμπαράσταση στη ζωή μας. Σε παρακαλώ πολύ να βρεις φίλους.
-         Μα με ποιον θα μπορούσα να γίνω φίλος; ρώτησε το Γεράκι.
-         Χμ! Τι θα έλεγες να γίνεις φίλος με τον Αητό και το Λιοντάρι, που είναι γείτονές μας. Ακόμα και με τη Νεροχελώνα, που ζει στο νησί.

Το μικρό Γεράκι ακολούθησε τη συμβουλή της Γερακίνας, πήγε και βρήκε τα άλλα ζώα και ζήτησε τη φιλία τους. Εκείνα δέχτηκαν με χαρά την πρότασή του, μια κι εκείνα ένιωθαν μοναξιά. Έτσι έκαναν όλα μαζί μια παρέα με σταθερή φιλία, δίνοντας την υπόσχεση να προστατεύουν ο ένας τον άλλο.
Σε λίγο καιρό η Γερακίνα γέννησε δυο αυγά απ’ όπου βγήκαν δύο γερακόπουλα. 

Μια μέρα μερικοί άνθρωποι από το κοντινό χωριό πήγαν στο δάσος να κυνηγήσουν. Έψαχναν όλη την ημέρα χωρίς να καταφέρουν να πιάσουν τίποτα. Τότε κατέβηκαν στη λίμνη να ψαρέψουν. Στάθηκαν κοντά στο δέντρο όπου είχε τη φωλιά του το Γεράκι και άναψαν φωτιά να ζεσταθούν. Ο καπνός της φωτιάς έφτασε μέχρι τα πουλάκια που, μη μπορώντας να αναπνεύσουν καλά, έβγαλαν μια κραυγή. Οι άνθρωποι τα άκουσαν και σκέφτηκαν να τα φάνε. Άρχισαν λοιπόν να ρίχνουν κι άλλα ξύλα στη φωτιά για να τη δυναμώσουν και να ψήσουν τα γερακόπουλα.
Η Γερακίνα, που έτυχε να βρίσκεται εκεί κοντά, κατάλαβε τι συνέβαινε κι έτρεξε να βρει τον άντρα της.
-         Πήγαινε γρήγορα να βρεις το Μεγάλο Αητό, του είπε. Κινδυνεύουν τα παιδιά μας!
 Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τον Αητό, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει.
Ο Μεγάλος Αητός έφτασε γρήγορα. εκείνη τη στιγμή ένας από τους ανθρώπους ανέβαινε στο δέντρο να πάρει τα μικρά από τη φωλιά ενώ οι υπόλοιποι εμπόδιζαν τη Γερακίνα να του επιτεθεί. Τότε ο Αητός έπεσε στη λίμνη, έβρεξε τα πλατιά φτερά του, τίναξε τα νερά πάνω από τη φωτιά και την έσβησε!
Ο άνθρωπος που είχε ανέβει στο δέντρο άφησε τα πουλιά στη φωλιά και κατέβηκε να βοηθήσει τους συντρόφους του να μαζέψουν ξύλα για να ανάψουν άλλη φωτιά. Όμως ο Αητός την έσβησε κι αυτή βουτώντας στη λίμνη και τινάζοντας νερό από τα φτερά του πάνω της. Και πάλι οι άνθρωποι άναψαν καινούργια φωτιά, και πάλι την έσβησε ο Αητός, κι αυτό συνεχίστηκε για ώρες πολλές, ώσπου ο Αητός κουράστηκε. Δε σκέφτηκε όμως ούτε στιγμή να σταματήσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της:
-         Άντρα μου, ο Αητός εξαντλήθηκε από την προσπάθεια. Πήγαινε γρήγορα και φώναξε τη Νεροχελώνα
Κι όση ώρα έκανε το Γεράκι να πάει να φέρει τη Νεροχελώνα, εκείνη πετούσε γύρω από τους ανθρώπους προσπαθώντας να τους αποσπάσει την προσοχή και να τους καθυστερήσει.
Η Νεροχελώνα ήρθε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μάζεψε λάσπη, την έριξε στη φωτιά και την έσβησε. Τότε ένας από τους ανθρώπους κατάφερε να την πιάσει.
-         Ας μαγειρέψουμε τη Νεροχελώνα!  Είπε στους άλλους. Είναι αρκετή για να χορτάσουμε όλοι!  
Αλλά όταν την έδεσαν με ένα σχοινί η Νεροχελώνα τους τράβηξε και τους έριξε στο νερό. Οι άνθρωποι βγήκαν από τη λίμνη στάζοντας και τουρτουρίζοντας. Επειδή είχε πια νυχτώσει, άναψαν μια φωτιά για να στεγνώσουν και περίμεναν να ξημερώσει. Τότε η Γερακίνα είπε στον άντρα της:
-         Άντρα μου, μόλις χαράξει και θα μπορούν να βλέπουν, αυτοί οι άνθρωποι θα πάρουν τα μικρά μας για να τα ψήσουν. Πήγαινε λοιπόν στο Λιοντάρι, όσο είναι καιρός, και ζήτα τη βοήθειά του.
Το Γεράκι έτρεξε στο Λιοντάρι, που κοιμόταν στη φωλιά του, και το ξύπνησε. 
-         Τι σ’ έπιασε κι ήρθες τέτοια ώρα; Βρυχήθηκε το Λιοντάρι ενοχλημένο, ανοίγοντας μόνο το ένα του μάτι!

Μόλις όμως άκουσε πως οι φίλοι του κινδυνεύουν ξύπνησε για τα καλά. Σηκώθηκε, τίναξε τη χαίτη του και είπε στο Γεράκι:
-         Πήγαινε γρήγορα στη γυναίκα σου και στα παιδιά σου και πες τους να μην ανησυχούν.
 Το Γεράκι έκανε ό,τι του είπε το Λιοντάρι. Μετά από λίγο, στο φως τους φεγγαριού, τα Γεράκια, ο Αητός και η Νεροχελώνα διέκριναν τη σιλουέτα του Λιονταριού να πλησιάζει αθόρυβα την ομάδα των ανθρώπων. Ένα φοβερό μουγκρητό έκανε να τρανταχτεί η γη και ν’ αντιλαλήσει ο τόπος. Οι άνθρωποι πετάχτηκαν κατατρομαγμένοι κι έτρεξαν να κρυφτούν μακριά, μέσα στο δάσος. τότε τα άλλα ζώα μαζεύτηκαν γύρω από το Λιοντάρι πανηγυρίζοντας τη σωτηρία των γερακόπουλων. Η Γερακίνα και το Γεράκι ευχαρίστησαν τους φίλους τους που έτρεξαν πρόθυμα να τους βοηθήσουν στον κίνδυνο.
Τα ζώα συνέχισαν τη φιλία τους σε όλη τους τη ζωή. Όσο για τους ανθρώπους, κανείς απ’ αυτούς δεν τόλμησε να ξαναπλησιάσει τις όχθες της λίμνης! 

 Ο Μαγικός Καθρέφτης - παραμύθι από την Ισπανία

 
Μια φορά κι ένα καιρό, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας βασιλιάς. Παρόλο που ήταν νέος κι έκανε πολλά λάθη στην διακυβέρνηση του τόπου, οι υπήκοοί του τον αγαπούσαν πολύ, και ξέρετε γιατί; Επειδή παραδεχόταν τα λάθη του και προσπαθούσε να τα διορθώσει.
Κάποτε ο βασιλιάς αποφάσισε ότι ήταν καιρός να παντρευτεί. Αλλά πώς να διαλέξει την κατάλληλη κοπέλα; Ρώτησε τον κουρέα του την ώρα που τον ξύριζε. 
-         Μην ανησυχείς, βασιλιά μου, του απάντησε ο κουρέας. Θα σε βοηθήσω εγώ.  
Από την άλλη κιόλας μέρα ο κουρέας έλεγε σε καθένα που έμπαινε στο μαγαζί του ότι ο βασιλιάς ήθελε να παντρευτεί.  
-         Και πώς θα διαλέξει τη νύφη; τον ρωτούσαν όλοι.
 Τότε εκείνος τους έδειχνε έναν ωραίο χρυσοστόλιστο καθρέφτη και τους έλεγε: 
-         Βλέπετε αυτόν τον καθρέφτη; Είναι μαγικός! Αν κάποιος κοιταχτεί μέσα, κάθε του ελάττωμα θα θαμπώσει το κρύσταλλο σα λεκές! Όποια κοπέλα λοιπόν θέλει να παντρευτεί το βασιλιά πρέπει να κοιταχτεί μέσα στον καθρέφτη για να φανούν τα ελαττώματά της. Εγώ θα βρίσκομαι δίπλα της για να τα δω και να τα πω στο βασιλιά. Κι εκείνος θα αποφασίσει αν η κοπέλα του ταιριάζει ή όχι.
 Στόμα με στόμα η είδηση έφτασε σε όλους τους κατοίκους του βασιλείου. Πολλοί γέλασαν με τον παράξενο τρόπο που θα χρησιμοποιούσε ο κουρέας του βασιλιά για να του βρει νύφη. Όλος ο κόσμος νόμιζε ότι οι ανύπαντρες κοπέλες θα έκαναν ουρές έξω από το κουρείο για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Όμως δεν πήγε καμιά!
Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες, αλλά καμιά κοπέλα, ούτε φτωχή ούτε πλούσια, δεν είχε το θάρρος να δείξει τα ελαττώματά της στον καθρέφτη του κουρέα.
Ο καημένος ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που καμιά κοπέλα δε ζητούσε να τον παντρευτεί.
-         Οι βασιλιάδες των γειτονικών χωρών δε δυσκολεύτηκαν να βρουν γυναίκα. Εγώ γιατί δε μπορώ να βρω μία; ρωτούσε τον κουρέα του.
-         Βασιλιά μου, απαντούσε εκείνος, κάνε υπομονή. Πολλές κοπέλες θάθελαν να γίνουν βασίλισσες αλλά φοβούνται να κοιτάξουν στο μαγικό καθρέφτη. Εδώ που τα λέμε δεν είναι εύκολο πράγμα να φανερώσει κάποιος τα ελαττώματά του. Ας περιμένουμε λίγο ακόμα μήπως κάποια πάρει θάρρος κι έρθει να κοιτάξει μέσα στον καθρέφτη μου.  
Αλλά πέρασαν κι άλλες μέρες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο βασιλιάς απελπίστηκε. Έχασε την υπομονή του και μάλωσε τον κουρέα του:
-         Μ’ αυτές τις παράξενες ιδέες σου κατάντησα να μη μπορώ να βρω γυναίκα! Υποσχέθηκες να μου βρεις μια κοπέλα αντάξιά μου. Βρες τη μου λοιπόν!
-         Υπάρχει ακόμα μια ελπίδα, είπε σκεπτικός ο κουρέας. Η βοσκοπούλα, που βόσκει το κοπάδι της στο απέναντι βουνό, ίσως να μη φοβηθεί τη μαγική δύναμη του καθρέφτη μου. Όμως θα τη δεχόσουν για γυναίκα σου;
-         Παράγγειλέ της να έρθει, απάντησε ο βασιλιάς. Εξήγησέ της τι κάνει ο μαγικός καθρέφτης και πες της ότι πρέπει να κοιταχτεί μέσα σ’ αυτόν. Αν αποφασίσει να έρθει θα τη δεχτώ με όλες τις τιμές στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού.
Η βοσκοπούλα ήταν μια απλή κοπέλα, ούτε πολύ όμορφη ούτε πολύ άσχημη. Ζούσε σ’ ένα σπιτάκι κοντά στους πρόποδες του βουνού. Κάθε μέρα ξυπνούσε από τα χαράματα για να βοσκήσει τα πρόβατά της, που τ’ αγαπούσε και τα φρόντιζε πολύ. Όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς της ζητούσε να δοκιμάσει το μαγικό καθρέφτη δέχτηκε.
Την καθορισμένη ημέρα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Όταν η βοσκοπούλα μπήκε μέσα, ο βασιλιάς την υποδέχτηκε ευγενικά και της είπε:
-         Καλή μου κοπέλα, χαίρομαι που ήρθες! Αν θέλεις να γίνεις γυναίκα μου πρέπει να κοιταχτείς μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Αν έχεις κάνει στη ζωή σου κάτι που δεν είναι σωστό, ο καθρέφτης θα θαμπώσει.
-         Βασιλιά μου, απάντησε η κοπέλα, κάνω λάθη κάθε μέρα, όπως συμβαίνει σε όλους. Να, για παράδειγμα, πολλές φορές οδηγώ το κοπάδι μου σ’ ένα λιβάδι που δεν έχει πολύ χορτάρι, κι έτσι τα πρόβατά μου μένουν πεινασμένα. Άλλες φορές τα έχω βγάλει να βοσκήσουν με άσχημο καιρό και μερικά μου έχουν αρρωστήσει. Μια φορά αναποδογύρισα κατά λάθος το δοχείο με το γάλα και το γάλα χύθηκε όλο στο πάτωμα. Όμως παραδέχομαι τα λάθη μου και προσπαθώ να μην τα ξανακάνω. Φαίνεται ότι τα πρόβατά μου καταλαβαίνουν την προσπάθειά μου και με εμπιστεύονται. Δε με νοιάζει αν θα γίνω βασίλισσα αλλά θα κοιταχτώ στον καθρέφτη σου γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω. 
Και πλησιάζοντας τον καθρέφτη, κοιτάχτηκε μέσα…Είδε το πρόσωπό της να απεικονίζεται πεντακάθαρα στην επιφάνειά του χωρίς να θαμπώσει καθόλου το κρύσταλλο. Οι κοπέλες που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα πλησίασαν κι αυτές και κοίταξαν μέσα. Τα πρόσωπά τους καθρεφτίστηκαν καθαρά. Τότε έγινε φασαρία και οι κοπέλες φώναζαν θυμωμένες:
-         Μας ξεγελάσατε! Αυτός ο καθρέφτης δεν είναι μαγικός. Είναι ένας καθρέφτης σαν όλους τους άλλους!
-         Όχι κοπέλες μου, απάντησε ήρεμα ο βασιλιάς. Μόνες σας πέσατε στην παγίδα. Αν είχατε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας, όπως η βοσκοπούλα, δε θα φοβόσαστε να κοιταχτείτε στον καθρέφτη.   
Έτσι ο βασιλιάς παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα και κυβέρνησαν μαζί το βασίλειο για πολλά πολλά χρόνια, με αγάπη και δικαιοσύνη. Αλλά η βοσκοπούλα δεν ξέχασε το κοπάδι της. Το έδωσε στον καλύτερο βοσκό του βασιλιά, που το αγαπούσε και το φρόντιζε όπως εκείνη!   


πηγή: http://www.storiestogrowby.com/ από το βιβλίο Tales from the Lands of Nuts and Grapes: Spanish and Portuguese Folklore, by Charles Sellers, London, 1888. Απόδοση Άννα Αλιφραγκή)
 


Τα Νερά που γιατρεύουν - παραμύθι των Ινδιάνων Iroquois


Ο χειμώνας είχε έρθει παγωμένος και θλιβερός στο χωριό των Ινδιάνων, σέρνοντας μαζί του μια βαριά, θανατηφόρα αρρώστια. Πολλοί άνθρωποι πέθαναν και τα μεγάλα ξύλινα σπίτια, που πριν ήταν γεμάτα από φωνές και γέλια, τώρα ήταν άδεια και σιωπηλά.
Έτσι σιωπηλό ήταν και το σπίτι του Νεκουμόντα, του νεαρού αρχηγού. Η αρρώστια είχε ρίξει στο στρώμα την αγαπημένη του γυναίκα, τη γλυκιά Σάνιουις. Ο Νεκουμόντα έβλεπε απελπισμένος τη ζωντάνια να φεύγει από το αδυνατισμένο πρόσωπό της χωρίς να μπορεί να τη βοηθήσει. Την είχε ταϊσει με τις πιο δυναμωτικές τροφές, της είχε δώσει να πιεί όλα τα θεραπευτικά βοτάνια που ήξερε, είχε απολυμάνει την καλύβα καίγοντας αρωματικά ξύλα και φυτά. Όμως τίποτα από αυτά δεν είχε αποτέλεσμα. Ένα πρωί, καθώς καθόταν θλιμμένος στο προσκεφάλι της σκέφτηκε:
«Το μόνο που μου μένει να κάνω είναι να πάω να ψάξω το ιερό φυτό που έχει σπείρει στην πλαγιά του βουνού ο Μανιτού, το Μεγάλο Πνεύμα. Αυτή την εποχή βέβαια το φυτό θα είναι κρυμμένο κάτω από το χιόνι που έχει σκεπάσει την πλαγιά, αλλά θα το ψάξω σκάβοντας στο χιόνι. Πρέπει να το κάνω! Είναι η τελευταία μου ελπίδα!».

Μην έχοντας κανέναν να αφήσει κοντά στην Σάνιουις για να την φροντίζει, την σκέπασε με ζεστές γούνες, της έβαλε δίπλα της φαγητό και τη φίλησε τρυφερά, λέγοντάς της:

- Θα φύγω για λίγο. Θα πάω να ψάξω το ιερό φυτό του Μανιτού που θα σε γιατρέψει. Κάνε κουράγιο και περίμενέ με.

Η Σάνιουις τον κοίταξε χαμογελώντας λυπημένα:

-         Το ιερό φυτό φυτρώνει την άνοιξη, του είπε. Τώρα δεν θα το βρεις!
-         Εγώ θα προσπαθήσω και θα τα καταφέρω, απάντησε ο Νεκουμόντα, τη φίλησε και βγήκε από την καλύβα.

Περπάτησε όλη την ημέρα, ανέβηκε την πλαγιά, μπήκε στο μεγάλο δάσος σκάβοντας και ψάχνοντας για το φυτό μέσα στο χιόνι, αλλά δεν το βρήκε πουθενά. Ένας μικρός λαγός πέρασε πηδώντας δίπλα του και ο Νεκουμόντα του φώναξε:

-         Μικρέ μου φίλε, μήπως ξέρεις που φυτρώνει το ιερό φυτό του Μανιτού;

Αλλά ο λαγός δεν του απάντησε, μόνο χάθηκε πίσω από τους θάμνους. Λυπήθηκε το Νεκουμόντα και δεν ήθελε να του πει πως το φυτό δεν είχε φυτρώσει ακόμα.
Ο νέος πέρασε από τη σπηλιά μιας αρκούδας και τη ρώτησε:

-         Καλή μου αρκούδα μήπως ξέρεις να μου πεις πού θα βρω το φυτό του Μανιτού;

Η αρκούδα όμως δεν του απάντησε γιατί κοιμόταν.

Ο Νεκουμόντα μπήκε πιο βαθιά στο δάσος και βρήκε το ελάφι. «Ο γοργοπόδαρος φίλος μου θα ξέρει καλύτερα, σκέφτηκε, αφού μπορεί και ταξιδεύει μακριά».

- Καλό μου ελάφι, πες μου πού φυτρώνει το φυτό του Μανιτού; το ρώτησε.

Το ελάφι όμως ήξερε πως η παγωνιά του χειμώνα δεν άφηνε το μικρό φυτό να βγάλει τα φυλλαράκια του πάνω από τη γη, και, για να μη στενοχωρήσει το Νεκουμόντα, δεν είπε τίποτα.
Πέρασαν τρεις ολόκληρες μέρες. Ο νέος ινδιάνος γύριζε από δω κι από κει ρωτώντας όσα ζώα και πουλιά συναντούσε στο δρόμο του αλλά κανένα δεν του απαντούσε επειδή δεν άντεχαν να του πουν τη σκληρή αλήθεια. Το τρίτο βράδι ο Νεκουμόντα κάθισε για λίγο πάνω στο χιόνι, κάτω από ένα δέντρο. Ήταν πολύ κουρασμένος, έτρεμε από το κρύο και πεινούσε επειδή τα τρόφιμα που είχε πάρει μαζί του είχαν τελειώσει. Αμέσως τον πήρε ο ύπνος.
Το ελάφι, που όλες αυτές τις μέρες παρακολουθούσε τις προσπάθειές του, έβγαλε την κραυγή του δάσους, ειδοποιώντας τα υπόλοιπα ζώα. Τότε πίσω από τους θάμνους, μέσα από τις κουφάλες των δέντρων, πάνω στα κλαδιά, ξεπρόβαλαν ζώα και πουλιά και κάθισαν γύρω από τον κοιμισμένο νέο. Όσα είχαν γούνα πήγαν κοντά του να τον ζεστάνουν. Τον ήξεραν καλά το Νεκουμόντα. Του είχαν εμπιστοσύνη γιατί δε σκότωνε ποτέ ζώο χωρίς λόγο. Κυνηγούσε μόνο όταν είχε ανάγκη από τροφή. Αγαπούσε τόσο πολύ τα δέντρα και τα φυτά που όταν περπατούσε στο δάσος πρόσεχε πού πατούσε για να μην τα καταστρέψει. Δεν έκοβε ποτέ τα μικρά αγριολούλουδα για να μη συντομεύσει την ήδη λιγοήμερη ζωή τους. Τώρα, καθώς κοίταζαν το θλιμμένο του πρόσωπο, παρακαλούσαν το Μανιτού, το Μεγάλο Πνεύμα, να τον βοηθήσει να σώσει την αγαπημένη του Σάνιουις.
Ο Μανιτού άκουσε τις προσευχές τους και του έστειλε ένα όνειρο. Ο Νεκουμόντα είδε στο όνειρό του τη Σάνιουις, ζωηρή και γελαστή, να τραγουδά ένα τραγούδι που η μελωδία του έμοιαζε με τον ήχο των νερών που πέφτουν από ψηλά. Έπειτα είδε τα νερά και τα άκουσε να του μουρμουρίζουν:

«Ψάξε να μας βρεις, Νεκουμόντα,
Αν μας βρεις, η Σάνιουις θα θεραπευτεί!
Είμαστε τα Νερά που γιατρεύουν,
Είμαστε τα Ιαματικά Νερά,
Το δώρο του Μεγάλου Μανιτού!».

Ο Νεκουμόντα μισάνοιξε τα μάτια του και ανακάθισε με τόσο αργές κινήσεις που δεν πρόλαβε να δει τα ζώα και τα πουλιά να τρέχουν πίσω στις κρυψώνες τους. Κοίταξε γύρω του αλλά δεν είδε πουθενά νερά. Άκουγε όμως ένα σιγανό μουρμούρισμα σαν κάποιος να του έλεγε:

«Ελευθέρωσέ μας, Νεκουμόντα»

Το μουρμούρισμα έμοιαζε να έρχεται κάτω από τη γη. Ο Νεκουμόντα πήρε το σκαλιστήρι του και άρχισε να σκάβει εκεί όπου είχε ξαπλώσει. Έσκαβε με κόπο γιατί ήταν ήδη εξαντλημένος, αλλά όσο έσκαβε τόσο πιο δυνατά άκουγε το μουρμούρισμα και τόσο πιο πολύ θάρρος έπαιρνε. Πέρασαν μερικές ώρες χωρίς αποτέλεσμα. Τώρα πια δε σκεπτόταν τίποτε γιατί το μυαλό του είχε μουδιάσει και τα χέρια του έσκαβαν μηχανικά, χωρίς να τα αισθάνεται. Ώσπου ένα από τα χτυπήματά του άνοιξε μια κρυμμένη πηγή και το νερό ανάβλυσε άφθονο και κύλησε στην πλαγιά κελαρύζοντας χαρούμενα. Απ΄όπου περνούσε, το χιόνι έλιωνε και το χορτάρι πρασίνιζε και στολιζόταν με πολύχρωμα ανθάκια.
Ο Νεκουμόντα πλύθηκε στα θεραπευτικά νερά και αμέσως ξαναβρήκε τις δυνάμεις του. Χαρούμενος και γεμάτος ελπίδα, γέμισε το παγούρι του κι έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο χωριό του. Βρήκε τη Σάνιουις κατάχλωμη, να αναπνέει με δυσκολία. Έσταξε λίγες σταγόνες από το θαυματουργό νερό στα χείλια της κι εκείνη έπεσε σ’ έναν ήρεμο ύπνο. Ο Νεκουμόντα κατάλαβε πως είχε αρχίσει να θεραπεύεται. Πήρε το παγούρι του κι άρχισε να γυρίζει σ’ όλα τα σπίτια του χωριού, δίνοντας στους αρρώστους να πιούν από το ιαματικό νερό. Έπειτα έστειλε μερικούς νέους άντρες να φέρουν κι άλλο νερό από την πηγή. Με τη βοήθεια του νερού οι άρρωστοι γιατρεύτηκαν και η επικίνδυνη επιδημία πέρασε.
Γεμάτοι ευγνωμοσύνη, οι Ινδιάνοι ευχαρίστησαν το Μανιτού για το πολύτιμο δώρο του και τίμησαν το Νεκουμόντα ονομάζοντάς τον «Αρχηγό των Νερών που γιατρεύουν».
Ο Νεκουμόντα και η Σάνιουις έζησαν πολλά χρόνια αγαπημένοι.

 (πηγή: http://www.mainlesson.com/display.php?author=olcott&book=indian&story=hidden,   Προσαρμογή: Άννα Αλιφραγκή)


 Τα τρία χρυσά αυγά - παραμύθι από τη Βιρμανία


Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που από την αυγή μέχρι το σούρουπο έκοβε ξύλα και πήγαινε στην πόλη να τα πουλήσει. Το βράδι γύριζε κατάκοπος στο σπίτι του φέρνοντας μαζί του ένα καρβέλι ψωμί και όσα τρόφιμα είχε καταφέρει να αγοράσει με τα λιγοστά χρήματα που είχε κερδίσει.
Μια νύχτα του χειμώνα ο ξυλοκόπος κοιμήθηκε βαθειά και είδε ένα παράξενο όνειρο: βρισκόταν στην καρδιά του δάσους, μπροστά από ένα αιωνόβιο δέντρο που είχε χαμηλά στον κορμό του μια μεγάλη κουφάλα. Μια όμορφη νεράιδα καθόταν στην είσοδο της κουφάλας κι έπλεκε ένα στεφάνι από αγριολούλουδα και κισσό. Γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε χαμογελώντας του με καλοσύνη. Ύστερα το όνειρο έσβησε αφήνοντας στη θέση του μια γλυκιά ανάμνηση.
Το άλλο πρωί ο ξυλοκόπος αποφάσισε να ψάξει να βρει το δέντρο που είχε δει στον ύπνο του. Σαν πήγε στο δάσος προχώρησε μακρύτερα από άλλες φορές και βρέθηκε σ’ ένα σημείο όπου δεν είχε πάει ποτέ. Εκεί τα δέντρα ήταν πανύψηλα, με χοντρούς, ροζιασμένους κορμούς, σκεπασμένους με μούσκλια και κισσό, πράγμα που έδειχνε ότι είχαν φυτρώσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Καθώς έψαχνε να βρει ανάμεσά τους κανένα ασθενικό ή μισοξεραμένο δέντρο, κατάλληλο για καυσόξυλα, ο ξυλοκόπος αντίκρισε ένα δέντρο που έμοιαζε μ’ εκείνο της νεράιδας που είχε ονειρευτεί την περασμένη νύχτα. Ήταν μεγάλο σε ηλικία μα φαινόταν εύρωστο, με πυκνά γερά κλαδιά που έκρυβαν φωλιές πουλιών κάτω από τα φυλλώματά τους, και με στριφογυριστές ρίζες που σχημάτιζαν μια μεγάλη κουφάλα στα πόδια του. Ο ξυλοκόπος πίστεψε πως αυτό ήταν το σπίτι της νεράιδας, γι’ αυτό, γεμάτος σεβασμό, ένωσε τα χέρια του, υποκλίθηκε και είπε:
-         Καλή σου μέρα, Κυρά μου!  
Έπειτα έφτιαξε ένα μπουκέτο με αγριολούλουδα και το άφησε μέσα στην κουφάλα.
Από τότε, κάθε φορά που βρισκόταν στο δάσος, επισκεπτόταν το δέντρο της νεράιδας. Είχε καθαρίσει την κουφάλα και την είχε στολίσει με κουρελάκια από πολύχρωμα υφάσματα που είχαν περισσέψει από τις φορεσιές που έραβε η γυναίκα του για τις κυράδες της πόλης. Συχνά άφηνε μέσα στην κουφάλα μπουκέτα από ανεμώνες, μαργαρίτες και παπαρούνες, αν ήταν άνοιξη, ή από κυκλάμινα αν ήταν φθινόπωρο. Μερικές φορές άφηνε μια φούχτα καρύδια ή αμύγδαλα και λίγα φρούτα. Παρόλο που δεν είχε δει ποτέ του τη νεράιδα, έμενε κάμποση ώρα και της μιλούσε, γιατί πίστευε πως το πνεύμα της ζούσε μέσα στο δέντρο. Θέλοντας λοιπόν να της κρατήσει συντροφιά, της ανιστορούσε τις χαρές, τις λύπες και τις δυσκολίες της καθημερινής του ζωής.
 Πέρασε έτσι αρκετός καιρός και το πνεύμα του δέντρου συμπάθησε τόσο πολύ τον ξυλοκόπο για τη φροντίδα και την πίστη του ώστε αποφάσισε να του κάνει ένα δώρο. Έτσι την επόμενη φορά που εκείνος μπήκε στην κουφάλα βρήκε μια φωλιά πουλιού με τρία χρυσά αυγά. Ξαφνιασμένος ο ξυλοκόπος γονάτισε κι ευχαρίστησε τη νεράιδα για το δώρο της. Έπειτα πήρε το δρόμο για το σπίτι του, κρατώντας στις ενωμένες χούφτες του τη φωλιά με τα αυγά και περπατώντας βιαστικά, ανυπομονώντας να πει το χαρούμενο νέο στη γυναίκα του και στα παιδιά του. Ήξερε ότι είχαν περάσει πια οι μέρες της φτώχειας κι ότι από δω και πέρα η ζωή τους θα ήταν πιο άνετη.
 Λίγο πιο κάτω, σε μια πυκνή συστάδα δέντρων, μια πολυλογού κίσσα, κρυμμένη στα πυκνά φυλλώματα ενός χαμηλού κλαδιού, τάραζε την ηρεμία του δάσους με τη στριγκιά φωνή της: "σκααργκ… σκααργκ ". Όπως όλες οι κίσσες, έτσι κι αυτή, εκτός από τα πολλά λόγια αγαπούσε και τα φανταχτερά στολίδια. Όταν λοιπόν ο ξυλοκόπος πέρασε κάτω από το κλαδί της, τα χρυσά αυγά που έλαμπαν τράβηξαν την προσοχή της. Πέταξε αμέσως και, πριν ο ξυλοκόπος προλάβει να τη διώξει, του άρπαξε το ένα αυγό! Ήταν ό,τι έπρεπε για να στολίσει τη φωλιά της!
Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε που έχασε το αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Η κίσσα είχε εξαφανιστεί. Έβαλε τα υπόλοιπα αυγά στην τσέπη του για να τα ασφαλίσει και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι τα δύο αυγά που είχαν απομείνει ήταν αρκετά για να εξασφαλίσουν στην οικογένειά του μια ξεκούραστη ζωή.
Περπάτησε κάμποση ώρα κι έφτασε σε μια νερομάνα *, που το κρυστάλλινο νερό της πηδούσε άφθονο από το άνοιγμά της και σχημάτιζε ένα ρυάκι που χυνόταν στο κοντινό ποτάμι. Διψασμένος από το γρήγορο περπάτημα ο ξυλοκόπος έσκυψε να πιει, μα τότε ένα χρυσό αυγό γλίστρησε από την τσέπη του και χάθηκε μέσα στο ρυάκι. Ο ξυλοκόπος στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε και το δεύτερο αυγό, αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα γιατί το είχε παρασύρει το ρεύμα του νερού. Έβγαλε από την τσέπη του το μοναδικό αυγό που του είχε απομείνει, το έκλεισε σφιχτά στην παλάμη του και συνέχισε το δρόμο του παρηγορώντας τον εαυτό του με τη σκέψη ότι αυτό το αυγό ήταν αρκετό για να βελτιώσει τη ζωή της οικογένειάς του.
Όταν έφτασε στο σπίτι του όλοι μαζεύτηκαν γύρω του και θαύμαζαν με φωνές και γέλια το χρυσό αυγό που τους είχε δωρίσει η νεράιδα. Οι φωνές τους κίνησαν την περιέργεια του κακότροπου γείτονά τους, που τους παρακολούθησε καθώς έκρυβαν το χρυσό αυγό στο βάζο όπου φύλαγαν το ρύζι.
Σαν έπεσε το σκοτάδι της νύχτας και η οικογένεια του ξυλοκόπου βυθίστηκε σ’ έναν ευτυχισμένο ύπνο, ο γείτονας άνοιξε το μισοχαλασμένο παράθυρο, μπήκε στο σπίτι κι έκλεψε το τελευταίο χρυσό αυγό.   
Το πρωί ο ξυλοκόπος είδε ότι έλειπε το χρυσό αυγό από το βάζο του ρυζιού και ντράπηκε για την αδυναμία του να φυλάξει σωστά το πολύτιμο δώρο που του είχε χαριστεί. Τώρα η ζωή του θα συνεχιζόταν το ίδιο σκληρή όπως πριν. Με βαριά καρδιά πήρε ξανά το τσεκούρι του και κίνησε για το δάσος. Πήγε πρώτα στο δέντρο της νεράιδας και της ζήτησε συγνώμη για την απερισκεψία του. Έπειτα δούλεψε όλη τη μέρα κόβοντας ξύλα κι όταν σουρούπωσε και δεν έβλεπε πια καλά, ξεκίνησε να φύγει. Στο δρόμο του πέρασε από ένα δέντρο με ώριμα φρούτα μάνγκο και σταμάτησε να κόψει μερικά για το βραδινό φαγητό. Καθώς μάζευε τα φρούτα ανεβασμένος στα κλαδιά του δέντρου βρήκε μια φωλιά πουλιού. Κοίταξε μέσα και είδε να λάμπει το πρώτο χρυσό αυγό! Γεμάτος ευγνωμοσύνη ευχαρίστησε τη νεράιδα που του το επέστρεφε, το πήρε και γύρισε σπίτι του. Εκεί τον περίμενε κι άλλη ευχάριστη έκπληξη: είχε βρεθεί και το δεύτερο χρυσό αυγό στην κοιλιά ενός ψαριού που είχε ψαρέψει στο ποτάμι ο μεγάλος του γιος. Όλη η οικογένεια άρχισε να γελά, να τραγουδά και να χορεύει από τη χαρά της κάνοντας τέτοιο σαματά που ο κακότροπος γείτονάς τους παραξενεύτηκε και πήγε να τους ρωτήσει τι συμβαίνει. Μόλις όμως έμαθε τα νέα ταράχτηκε. Σκέφτηκε ότι η νεράιδα του δάσους, που προστάτευε τον ξυλοκόπο, ίσως να τον τιμωρούσε επειδή του είχε κλέψει ένα μέρος από το δώρο της. Έτσι όταν νύχτωσε και η οικογένεια του ξυλοκόπου αποκοιμήθηκε πάλι ευτυχισμένη, ο γείτονας ξαναμπήκε στο σπίτι κι άφησε το τρίτο χρυσό αυγό στο βάζο με το ρύζι.
Την επόμενη μέρα ο ξυλοκόπος πούλησε τα τρία χρυσά αυγά και με τα χρήματα που πήρε έχτισε ένα καινούργιο σπίτι, άνοιξε ένα μαγαζί και σπούδασε τα παιδιά του. Δεν ξέχασε όμως τη νεράιδα του δάσους που ήταν η πηγή της καλής του τύχης. Συνέχισε να πηγαίνει στο δέντρο της κάθε μέρα, να της μιλά και να της προσφέρει μικρά δώρα, μέχρι το τέλος της ζωής του.   
 

* νερομάνα: πηγή με άφθονο νερό.

(πηγή:Storymaking in Education and Therapy, Alida Gersie and Nancy King. Απόδοση:Άννα Αλιφραγκή)

Η ιστορία της Φατιμά - ιστορία σοφίας των Σούφι

Μια φορά κι ένα καιρό, τα πολύ παλιά τα χρόνια, ζούσε στη Σμύρνη μια κοπέλα που τη έλεγαν Φατιμά. Η Φατιμά μεγάλωνε με τον πατέρα και τη μητέρα της, και ήταν ευτυχισμένη. Ο πατέρας της ήταν κλώστης, έφτιαχνε κλωστές και νήματα από μαλλί, από βαμβάκι, από μετάξι. Η Φατιμά καθόταν ώρες πολλές μαζί του κι είχε μάθει να γνέθει και να φτιάχνει κλωστές σ’ όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
 Όταν μεγάλωσε κι έγινε κόρη της παντριάς, ο πατέρας της την πήρε μαζί του, να ταξιδέψουν, για να βρει ένα όμορφο παλικάρι να πάρει γι’ άντρα της. Διάλεξαν λοιπόν ένα καράβι, ένα σκαρί τρικάταρτο, που το φόρτωσαν κλωστές και νήματα. Άνοιξαν πανιά, βγήκαν από το λιμάνι της Σμύρνης και σταμάτησαν στη Χίο όπου πούλησαν ένα μέρος από το εμπόρευμά τους κι αγόρασαν χιώτικη μαστίχα. Ύστερα πήγαν στη Σάμο, όπου αγόρασαν κρασί σαμιώτικο. Από κει κατέβηκαν ακόμα πιο νότια κι έφτασαν στη Ρόδο. Κι ενώ, σε όλο το ταξίδι, ο πατέρας εμπορευόταν, η Φατιμά γλυκοκοίταζε τους νέους, περιμένοντας να βρει αυτόν που θα έπαιρνε γι’ άντρα της.  
Από τη Ρόδο έβαλαν πλώρη για την Κρήτη. Αλλά στο δρόμο, ξέσπασε θύελλα. Βουνά σηκώθηκαν τα κύματα, και το καράβι πήγαινε πέρα δώθε σαν καρυδότσουφλο, ώσπου βούλιαξε.

Φατιμά βρέθηκε μισοπεθαμένη σε μιαν ακτή κοντά στην Αλεξάνδρεια, μόνη κι έρημη, αφού ο πατέρας της και όλο το πλήρωμα του πλοίου είχαν χαθεί στα κύματα.
Χαμένη καθώς ήταν, τριγυρνούσε στην αμμουδιά, μη ξέροντας πού να πάει. Εκεί τη βρήκε ένας υφαντουργός. Καλός άνθρωπος! Την πήρε κοντά του και της έμαθε να υφαίνει από το πιο χοντρό πανί μέχρι το πιο λεπτό κι αραχνοϋφαντο. 

Έτσι η Φατιμά έφτιαξε πάλι τη ζωή της και σε λίγα χρόνια ήταν ξανά ευτυχισμένη.

Μια μέρα όμως που βρισκόταν στην παραλία με τις φίλες της, βγήκαν δουλέμποροι στη στεριά, άρπαξαν τις κοπέλες και τις πήγαν στην Κωνσταντινούπολη να τις πουλήσουν σκλάβες. Η ζωή της Φατιμά έγινε για δεύτερη φορά συντρίμμια. Στο σκλαβοπάζαρο την αγόρασε ένας τεχνίτης που έφτιαχνε κατάρτια Η Φατιμά βρέθηκε να πελεκάει κορμούς δέντρων για να τους κάνει ψηλά κατάρτια για τα πλοία. Ήταν σκληρή δουλειά, αλλά δούλεψε τόσο καλά ώστε ο τεχνίτης της έδωσε την ελευθερία της και την έκανε έμπιστη βοηθό του.
Η κοπέλα ένιωσε ξανά επιτυχημένη και ευχαριστημένη.
Κάποτε, ο τεχνίτης αποφάσισε να τη στείλει σ’ ένα μακρινό ταξίδι, στην Ιάβα, που βρίσκεται απέναντι από τις ακτές της Κίνας. Εκεί θα πουλούσε ένα μεγάλο φορτίο με κατάρτια.

Ξεκίνησε η Φατιμά από την Κωσταντινούπολη και ταξίδευε μήνες και μήνες. Πέρασε την Προποντίδα, διέσχισε όλο το Αιγαίο Πέλαγος  και έφτασε στην Κύπρο. Έμεινε εκεί ένα μήνα για να ξεκουραστεί το πλήρωμα του πλοίου, γιατί από κει και ύστερα το ταξίδι ήταν μεγάλο και θα περνούσαν από θάλασσες και χώρες που δεν τους ήταν γνώριμες.
Σαν πέρασε λοιπόν ο μήνας, το καράβι της Φατιμά άνοιξε πάλι τα πανιά. Έπλευσε νότια, έφτασε στην Αίγυπτο και από κει βγήκε στην Ερυθρά Θάλασσα. Άφησε πίσω τις ερημικές ακτές της Αραβίας, έφτασε στην Ινδία και άραξε για λίγο καιρό στο λιμάνι της Καλκούτας. Είχε περάσει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που η Φατιμά είχε ξεκινήσει από την Κωνσταντινούπολη. Τώρα πια βρισκόταν αρκετά κοντά στην Ιάβα, που ήταν ο προορισμός της. Υπολόγιζε ότι σε λίγες εβδομάδες θα κατάφερνε να φτάσει, με το καράβι της φορτωμένο όχι μόνο με κατάρτια, αλλά και με άλλα ακριβά και σπάνια εμπορεύματα που είχε αγοράσει στο ταξίδι της.

Όμως, όταν έφτασε έξω από τις ακτές της Κίνας, ένας τυφώνας τσάκισε το πλοίο κι εκείνη βρέθηκε ξανά ριγμένη στην παραλία μιας άγνωστης χώρας.
Για άλλη μια φορά έκλαψε πικρά για την τύχη της, γιατί τίποτα στη ζωή της δεν ερχόταν όπως το ήθελε. Όποτε πήγαιναν καλά τα πράγματα, κάτι ξαφνικό τα κατέστρεφε όλα. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτό. Παρόλη της την αποθάρρυνση κατάφερε να σταθεί ξανά στα πόδια της και να περπατήσει προς το εσωτερικό της χώρας.

***

Στη Κίνα κυκλοφορούσε από παλιά ένας χρησμός που έλεγε πως κάποτε θα έρθει μια ξένη από τη μεριά της θάλασσας και θα φτιάξει μια σκηνή για τον αυτοκράτορα.
Ο αυτοκράτορας της Κίνας είχε μεγάλο στρατό που έκανε συχνές μετακινήσεις ανάμεσα από δύσβατα, χιονισμένα μέρη. Ο στρατός αυτός χρειαζόταν σκηνές γερές, που να μπορούν να προστατέψουν τους στρατιώτες από την παγωνιά της νύχτας, τον άνεμο και τη βροχή. Όμως κανένας τεχνίτης δεν είχε καταφέρει να φτιάξει μια τόσο καλή στρατιωτική σκηνή. Γι’ αυτό περίμεναν με πίστη να εκπληρωθεί ο χρησμός, και ζητούσαν από κάθε ξένη να παρουσιαστεί στον αυτοκράτορα.   

Όταν λοιπόν η Φατιμά έφτασε σε μια πόλη, την οδήγησαν στο παλάτι.
Εκεί ο αυτοκράτορας τη ρώτησε:
-          Κοπέλα μου, μπορείς να φτιάξεις μια σκηνή για το στρατό μου, που να μην αφήνει τον αέρα, τη βροχή και το χιόνι να περνούν στο εσωτερικό της;

-          Γιε του Ουρανού, θα προσπαθήσω να τη φτιάξω, αποκρίθηκε η Φατιμά.

Ζήτησε τότε να της φέρουν πολλά μέτρα χοντρό σκοινί, καραβόπανο και γερούς πασσάλους,  μα τα σχοινιά που της έφεραν δεν ήταν καλοφτιαγμένα, τα πανιά δεν ήταν τόσο ανθεκτικά όσο χρειαζόταν και οι πάσσαλοι δεν ήταν φτιαγμένοι από το σωστό ξύλο. Τότε η Φατιμά χρησιμοποίησε όλα όσα είχε μάθει μέχρι τότε στη ζωή της: έφτιαξε σχοινί, όπως έφτιαχνε τις κλωστές στη Σμύρνη – ύφανε καραβόπανο, όπως ύφαινε πανιά στην Αλεξάνδρεια – πελέκισε πασσάλους, όπως πελεκούσε κατάρτια στην Κωνσταντινούπολη. 
Και, τελικά, έφτιαξε μια πανέμορφη και γερή στρατιωτική σκηνή.

Όταν την είδε ο αυτοκράτορας ενθουσιάστηκε και της ζήτησε να του πει τι επιθυμεί. Η Φατιμά αποφάσισε να μείνει στην Κίνα, όπου παντρεύτηκε κι έζησε εκεί ευτυχισμένη ανάμεσα στα παιδιά της ως το τέλος της ζωής της. 


Ο Σταχτοπούτης - ελληνικό παραμύθι

 
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια φτωχή χήρα μ’ ένα γιό που του άρεσε να κάθεται κοντά στο τζάκι και να ανακατεύει τις στάχτες. Γι’ αυτό η μητέρα του τον φώναζε Σταχτοπούτη. Ο Σταχτοπούτης δεν έβγαινε ποτέ έξω από το σπίτι κι η καημένη η μάνα του δεν ήξερε τι να τον κάνει!
-         Παιδί μου, βγες κι εσύ λίγο, σαν τ’ άλλα παιδιά, του είπε μια μέρα.
-         Καλά, απάντησε το παιδί. Αν μου δώσεις το χαρτζιλίκι μου θα βγω!
 Η μάνα του έδωσε χαρτζιλίκι και το παιδί βγήκε έξω. Καθώς περπατούσε βρέθηκε σ’ ένα στενό όπου μια παρέα παιδιών βασάνιζε ένα σκυλί. Κόντευαν να το σκοτώσουν το κακόμοιρο το ζωντανό αλλά ο Σταχτοπούτης πρόλαβε και τους είπε:
- Δώστε μου το σκύλο και θα σας δώσω το χαρτζιλίκι μου.
 Τα παιδιά του έδωσαν το σκύλο. Τον πήρε ο Σταχτοπούτης, τον πήγε στο σπίτι του και καθόταν ώρες κοντά στο τζάκι παίζοντας μαζί του. Της κακοφαινόταν της μάνας του αλλά δεν έλεγε τίποτα. Σαν πέρασε λίγος καιρός, του ξαναλέει:
-         Παιδί μου, δε βγαίνεις κι εσύ λίγο, σαν τ’ άλλα παιδιά;
-         Καλά, αν μου δώσεις το χαρτζιλίκι μου θα βγω! αποκρίθηκε εκείνος.
 Η μάνα του έδωσε πάλι χαρτζιλίκι και το παιδί βγήκε έξω. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του συνάντησε μια παρέα παιδιών που βασάνιζαν μια γάτα.
-         Δε μου δίνετε τη γάτα να σας δώσω το χαρτζιλίκι μου; τους είπε ο Σταχτοπούτης.
 Τα παιδιά του έδωσαν τη γάτα, την πήγε σπίτι του και καθόταν κοντά στο τζάκι ώρες πολλές, παίζοντας με το σκύλο και τη γάτα. Τάβλεπε αυτά η μάνα κι αναστέναζε, μα δεν έλεγε τίποτα. Πέρασαν μερικές μέρες και του λέει:
-         Παιδί μου, βγες και λίγο έξω, να πας μια βόλτα σαν τ’ άλλα παιδιά!
-         Καλά, δώσε μου το χαρτζιλίκι μου και θα βγω! της απαντάει εκείνος.
 Η μάνα του έδωσε το χαρτζιλίκι του κι ο Σταχτοπούτης βγήκε έξω. Περνώντας μπροστά από ένα μεγάλο χωράφι συνάντησε μια παρέα παιδιών που είχαν βρει ένα μικρό αδύναμο φιδάκι κι ήθελαν να το σκοτώσουν. Πρόλαβε ο Σταχτοπούτης και τους είπε:
- Δώστε μου το φιδάκι και θα σας δώσω το χαρτζιλίκι μου.
 Τα παιδιά του έδωσαν το φιδάκι που το πήρε κι αυτό στο σπίτι του. Κατατρόμαξε η μάνα του σαν το είδε! Αλλά ό,τι κι αν του είπε, όσο κι αν του φώναξε, ο
Σταχτοπούτης δεν ήθελε να το αποχωριστεί. Το κράτησε λοιπόν κι αυτό, και καθόταν μέρες ολόκληρες κοντά στο τζάκι παίζοντας με τα τρία ζώα του. Σαν μεγάλωσε λίγο το φιδάκι και δυνάμωσε, σήκωσε μια μέρα το κεφαλάκι του και του είπε:
-         Σταχτοπούτη σ’ ευχαριστώ που μ’ έσωσες και με φιλοξένησες τόσο καιρό στο σπίτι σου. Ήρθε όμως η ώρα να με πας στην πατρίδα μου, τη Φιδοχώρα, γιατί θα με ψάχνουν οι γονείς μου!
-         Να σε πάω φιδάκι μου, του απάντησε ο Σταχτοπούτης.
 Ετοιμάστηκε λοιπόν και ξεκίνησε για το ταξίδι του στη Φιδοχώρα, έχοντας το φιδάκι οδηγό του. Καθώς πήγαιναν το φιδάκι του είπε:
-         Ο πατέρας μου είναι ο βασιλιάς της Φιδοχώρας. Τώρα που θα πάμε εκεί θα θελήσει να σε ευχαριστήσει επειδή με έσωσες και θα σου προσφέρει χρυσά νομίσματα και πολύτιμα πετράδια. Αλλά εσύ να μην πάρεις τίποτ’ απ’ αυτά, παρά να του ζητήσεις να σου δώσει το δαχτυλίδι που έχει φυλαγμένο κάτω από τη γλώσσα του.
 Σαν έφτασαν λοιπόν στη Φιδοχώρα, το φιδάκι σφύριξε και όλα τα φίδια βγήκαν από τις φωλιές τους και μαζεύτηκαν γύρω του, χαρούμενα που το είδαν ζωντανό. Ήρθαν και οι γονείς του φιδιού, που μια έκλαιγαν και μια γελούσαν από τη χαρά τους. Το φιδάκι τους διηγήθηκε πως ο Σταχτοπούτης το είχε σώσει από τα παιδιά που ήθελαν να το σκοτώσουν, πως το είχε πάρει σπίτι του και το είχε φροντίσει. Τότε ο Φιδοβασιλιάς είπε στο Σταχτοπούτη:
-         Παλικάρι μου, για το καλό που μας έκανες θα σου δώσω πολλά πλούτη!
 Και διέταξε τους υπηρέτες του να φέρουν τσουβάλια με χρυσά νομίσματα και κασέλες με πολύτιμα πετράδια. Αλλά ο Σταχτοπούτης του είπε:
-         Βασιλιά μου σ’ ευχαριστώ, αλλά δε θέλω ούτε χρυσά νομίσματα ούτε πετράδια. Το μόνο που σου ζητάω είναι το δαχτυλίδι που έχεις φυλαγμένο κάτω από τη γλώσσα σου.
-         Αυτό που μου ζητάς, παιδί μου, δε μπορώ να στο δώσω, απάντησε ο Φιδοβασιλιάς.
-         Τότε δεν πειράζει, κράτα τους θησαυρούς σου, του είπε ο Σταχτοπούτης και γύρισε να φύγει με άδεια χέρια.
 Αλλά το φιδάκι πετάχτηκε και είπε στον πατέρα του:
-         Πατέρα μου, τόσο λίγο αξίζω εγώ για σένα, που δε θέλεις να δώσεις το δαχτυλίδι σου σ’ αυτόν που μ’ έσωσε;
 Ο Φιδοβασιλιάς στενοχωρήθηκε πολύ από τα λόγια του γιού του, έβγαλε το δαχτυλίδι του και τόδωσε στο Σταχτοπούτη.
 Στο δρόμο, καθώς γύριζε, ο Σταχτοπούτης πείνασε. Αλλά δεν είχε χρήματα ν’ αγοράσει ψωμί!
-         Να πάρει η ευχή! Τόσα πλούτη μου έδινε ο Φιδοβασιλιάς κι εγώ πήρα μόνο αυτό το δαχτυλίδι. Και τώρα δεν έχω να φάω! σκέφτηκε και πέταξε κάτω το δαχτυλίδι θυμωμένος.
 Το δαχτυλίδι, μόλις έπεσε, χτύπησε πάνω σε μια πέτρα και ξαφνικά πετάχτηκε από μέσα ένα θεόρατο στοιχειό!
-         Τι ζητάς, αφέντη μου! ρώτησε το Σταχτοπούτη.
 Ο Σταχτοπούτης τάχασε αλλά συνήλθε γρήγορα και απάντησε:
- Πεινάω. Θέλω κάτι να φάω!
 Το στοιχειό του δαχτυλιδιού έστρωσε αμέσως ένα μεγάλο τραπέζι με πλούσια φαγητά. Ο Σταχτοπούτης έφαγε με την ψυχή του. Όταν χόρτασε, το στοιχειό μάζεψε το τραπέζι και μπήκε πάλι μέσα στο δαχτυλίδι.
Γύρισε στο σπίτι του ο Σταχτοπούτης κι από κείνη την ημέρα περνούσαν καλά αυτός κι η μάνα του, γιατί όποτε πεινούσαν χτυπούσε το δαχτυλίδι του και το στοιχειό έστρωνε τραπέζι. Κάθε πρωί πια ο Σταχτοπούτης κατέβαινε στο παζάρι κι έπιανε κουβέντα με τους πωλητές, παρατηρούσε πώς διαλαλούσαν την πραμάτεια τους και πώς έκαναν συμφωνίες με τους πελάτες. Μ’ αυτόν τον τρόπο έκανε γνωριμίες και μάθαινε το εμπόριο.
Μια μέρα, καθώς γυρνούσε από το παζάρι, πέρασε μπροστά από τους κήπους του βασιλιά. Εκείνη την ώρα η βασιλοπούλα έπαιζε τόπι με τις φίλες της. Σε μια ριξιά αστόχησε και το τόπι πέρασε πάνω από το φράχτη κι έπεσε στα πόδια του Σταχτοπούτη. Εκείνος το μάζεψε και της το έδωσε. Η βασιλοπούλα τον ευχαρίστησε ευγενικά και του χαμογέλασε. Από κείνη την ώρα η εικόνα της δεν έφευγε από το μυαλό του. Το άλλο πρωί πέρασε πάλι από τους βασιλικούς κήπους όπου η βασιλοπούλα έπαιζε με τις φίλες της. Πάλι το τόπι της ξέφυγε και πάλι της το έδωσε πίσω ο Σταχτοπούτης, κι αυτό συνεχίστηκε για αρκετές μέρες. Ώσπου μια μέρα λέει το παλικάρι στη μάνα του:
-         Πήγαινε, μάνα μου, στο βασιλιά και ζήτα την κόρη του για γυναίκα μου.
-         Τι λες, παιδί μου; απάντησε η μάνα. Εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι, πώς θα μας δώσει ο βασιλιάς την κόρη του;
-         Μη νοιάζεσαι γι’ αυτό. Εσύ να πας να τη ζητήσεις.
Πήγε η μάνα στο βασιλιά και ζήτησε την κόρη του γυναίκα για το γιο της.
-         Θα του τη δώσω αν μπορέσει να ταϊσει όλο μου το στρατό. Σε σαράντα μέρες να έρθει στη μεγάλη πλατεία να στρώσει τραπέζι για το στρατό μου. Αν δεν τα καταφέρει, θα του πάρω το κεφάλι! της είπε ο βασιλιάς.
 Η μάνα γύρισε ανήσυχη και τα είπε όλα στο Σταχτοπούτη.
- Μην ανησυχείς, μάνα, αυτό που ζητάει ο βασιλιάς είναι εύκολο για μένα, της είπε.
Μετά από σαράντα μέρες πήγε ο Σταχτοπούτης πρωί πρωί στη μεγάλη πλατεία, χτύπησε το δαχτυλίδι του να βγει το στοιχειό και το διέταξε να γεμίσει την πλατεία με φαγητά. Το στοιχειό έστρωσε τραπέζια και τα γέμισε με όλα τα καλά του κόσμου. Όταν ήρθε ο στρατός του βασιλιά έτρωγε κι έπινε ώρες ολόκληρες αλλά τα φαγητά περίσσεψαν. 
Πήγε πάλι η μάνα του Σταχτοπούτη στο βασιλιά και του είπε:
-         Ο γιος μου έκανε ό,τι του ζήτησες. Δώσε του την κόρη σου για γυναίκα.
-         Θα του τη δώσω αν μπορέσει να χτίσει ένα παλάτι καλύτερο από το δικό μου, απάντησε ο βασιλιάς. Του δίνω σαράντα μέρες διορία. Αν δεν τα καταφέρει θα του πάρω το κεφάλι!
 Σαν πέρασαν σαράντα μέρες, πήγε νύχτα ο Σταχτοπούτης απέναντι από το παλάτι του βασιλιά, χτύπησε το δαχτυλίδι του και διέταξε το στοιχειό να του φτιάξει ένα παλάτι πιο όμορφο από αυτό του βασιλιά. Το άλλο πρωί, όταν ο βασιλιάς άνοιξε το παράθυρό του, αντίκρισε ένα παλάτι δυο φορές πιο μεγάλο και πιο όμορφο από το δικό του.
Πήγε πάλι η μάνα του Σταχτοπούτη στο βασιλιά και του είπε:
-         Ο γιος μου έκανε ό,τι του ζήτησες. Δώσε του την κόρη σου για γυναίκα.
-         Θα του τη δώσω αν καταφέρει να φτιάξει ένα δρόμο από το παλάτι μου ως το δικό του, στρωμένο με φλουριά. Του δίνω σαράντα μέρες διορία. Αν δεν τα καταφέρει θα του πάρω το κεφάλι!
 Μετά από σαράντα μέρες χτύπησε το δαχτυλίδι ο Σταχτοπούτης και διέταξε το στοιχειό να φτιάξει ένα δρόμο που να ενώνει τα δυο παλάτια και να τον στρώσει με φλουριά. Το άλλο πρωί, όταν ο βασιλιάς άνοιξε το παράθυρό του, θάμπωσαν τα μάτια του από τα φλουριά που έλαμπαν στον ήλιο!
Τότε κάλεσε τη μάνα του Σταχτοπούτη και της είπε να ετοιμαστεί για το γάμο.
Έγινε ο γάμος με χαρές και γλέντια και το νέο ζευγάρι πήγε να μείνει στο καινούργιο παλάτι. Ο βασιλιάς έδωσε στην κόρη του έναν υπηρέτη να της κάνει τα θελήματα. Αυτός ο υπηρέτης όμως ήταν πονηρός. Παραμόνεψε κι έμαθε ότι ο Σταχτοπούτης έκανε όλα τα μεγάλα κατορθώματα χάρη στο μαγικό του δαχτυλίδι, κι ένα βράδυ, που το ζευγάρι κοιμόνταν, κατάφερε να του το κλέψει! Μόλις το πήρε στα χέρια του, το χτύπησε κάτω και παρουσιάστηκε το στοιχειό.
-         Τι ζητάς, αφέντη μου;
-         Πάρε αυτόν τον άντρα που κοιμάται, μαζί με το στρώμα του, κι άφησέ τον μες το δρόμο, χωρίς να τον ξυπνήσεις. Μετά σήκωσε όλο το παλάτι, μαζί μ’ εμένα και τη βασιλοπούλα και πήγαινέ μας στη μέση της θάλασσας.
 Το στοιχειό σήκωσε το Σταχτοπούτη με το στρώμα του και τον άφησε στη μέση του δρόμου, χωρίς εκείνος να καταλάβει τίποτα. Έπειτα σήκωσε όλο το παλάτι με τη βασιλοπούλα και τον πονηρό υπηρέτη και πήγε και το έστησε μακριά, στη μέση της θάλασσας.
Το πρωί ξύπνησε ο Σταχτοπούτης και είδε ότι είχε μείνει στο δρόμο, χωρίς γυναίκα και χωρίς παλάτι. Απελπισμένος, και μην έχοντας πού να πάει, γύρισε στη μάνα του. Τότε η γάτα του πήγε και τρίφτηκε στα πόδια του.
- Τι έχεις, αφέντη μου, κι είσαι λυπημένος; τον ρώτησε
- Αχ, καλή μου γάτα, της απάντησε. Πώς να μην είμαι λυπημένος; Καθώς κοιμόμουνα, ο πονηρός υπηρέτης έκλεψε το μαγικό μου δαχτυλίδι, πήρε τη γυναίκα μου και το παλάτι μου κι εξαφανίστηκαν.
- Μη στενοχωριέσαι, αφέντη μου. Δώσε μου το σκύλο να τον καβαλικέψω και θα πάω να σου φέρω το δαχτυλίδι σου, του είπε η γάτα.
 Της δίνει το σκύλο ο Σταχτοπούτης, τον καβαλάει η γάτα, κι εκείνος, κολυμπώντας, την πάει στη μέση της θάλασσας, όπου είχε μεταφερθεί το παλάτι. Αμέσως η γάτα πήδηξε στη στέγη και χώθηκε κάτω από τα κεραμίδια, εκεί όπου είχαν φωλιές οι ποντικοί. Έτυχε εκείνη το βράδι οι ποντικοί να κάνουν γάμο. Όρμισε η γάτα κι άρπαξε τη νύφη. Οι ποντικοί άρχισαν να κλαίνε και να την παρακαλούν:
-         Άσε μας τη νύφη, κυρά γάτα, και πάρε όποιον άλλον θέλεις από μας.
-         Δε θα αφήσω τη νύφη παρά μονάχα αν μου κάνετε μια χάρη. Θέλω να μου φέρετε το δαχτυλίδι που έχει ο υπηρέτης κρυμμένο μέσα στο στόμα του.
-         Θα πάω εγώ να σου το φέρω, της λέει ο κουμπάρος- ποντικός.
     Και μια και δυο κατέβηκε στη κρεβατοκάμαρα όπου κοιμόταν ο υπηρέτης, του γαργάλησε τη μύτη με την ουρά του κι εκείνος φτερνίστηκε. Με το φτέρνισμα πετάχτηκε το δαχτυλίδι έξω από το στόμα του, το άρπαξε ο ποντικός και το πήγε στη γάτα. Άφησε τότε η γάτα τη νύφη, πήρε το δαχτυλίδι και καβάλησε το σκύλο. Εκείνος έπεσε στη θάλασσα κι άρχισε να κολυμπάει για να γυρίσουν πίσω. Καθώς κολυμπούσε με τη γάτα στην πλάτη του, της λέει:
-         Έλα, κυρά γάτα, δώσε μου κι εμένα το δαχτυλίδι, να το δώ!
-         Τώρα σού’ ρθε η όρεξη να δεις το δαχτυλίδι; φώναξε η γάτα. Άσε να πάμε πρώτα στη στεριά και θα σου το δείξω!
 Ο σκύλος πείσμωσε, σταμάτησε να κολυμπάει και απείλησε να τη ρίξει στη θάλασσα. Φοβήθηκε η γάτα και του έδωσε το δαχτυλίδι. Καθώς όμως αυτός το πήρε να το δει, του γλίστρησε, έπεσε στη θάλασσα και το κατάπιε ένα ψάρι. Αμέσως το ψάρι έγινε πολύχρωμο και λαμπερό.
Η γάτα πήγε να σκάσει από τη στενοχώρια της αλλά δε μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Ο σκύλος συνέχισε να κολυμπά και σε λίγο βγήκαν στην παραλία και κάθισαν κοντά σ’ ένα αραγμένο καϊκι να ξαποστάσουν. Ο σκύλος, καταμουσκεμένος, ξάπλωσε με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια του, λυπημένος και μετανιωμένος για την απερισκεψία του. Η γάτα όμως δεν το έβαζε κάτω! Τριγύριζε πέρα δώθε κοιτάζοντας γύρω της και μυρίζοντας τον αέρα. Μια μυρωδιά ψαριού της ερχόταν μέσα από το καϊκι. Πλησίασε και είδε τον καραβοκύρη να καθαρίζει ένα ψάρι πολύχρωμο και λαμπερό. Η γάτα το γνώρισε, ήταν αυτό που είχε καταπιεί το δαχτυλίδι! Άρχισε λοιπόν να νιαουρίζει σιγανά και να τρίβεται με χάρη ώσπου ο καραβοκύρης, που την έκανε χάζι, της έριξε τ’ άντερα του ψαριού. Αμέσως τάψαξε η γάτα, βρήκε το δαχτυλίδι, καβάλησε πάλι το σκύλο και γύρισαν στο σπίτι του Σταχτοπούτη.
Τον βρήκαν να κάθεται στο πεζούλι με το κεφάλι σκυφτό. Έτρεξε η γάτα, πήδηξε στα γόνατά του και του άφησε το δαχτυλίδι στην παλάμη. Τότε ο Σταχτοπούτης, χαρούμενος, το χτύπησε κάτω και διέταξε το στοιχειό να φέρει πίσω το παλάτι του με τη βασιλοπούλα και τον υπηρέτη. Πέταξε το στοιχειό πάνω από τη θάλασσα, έφερε το παλάτι και το ξανάβαλε στη θέση που ήταν πριν. Ο Σταχτοπούτης μπήκε μέσα και, αφού σκότωσε τον πονηρό υπηρέτη, αγκάλιασε την αγαπημένη του γυναίκα και γιόρτασαν τη χαρά τους. Επειδή όλα είχαν πάει καλά, δεν τιμώρησε το σκύλο για την ανοησία του, παρά κράτησε και τα δύο ζώα κοντά του, κι έζησαν όλοι καλά για πολλά πολλά χρόνια.

(Το παραμύθι αυτό βρίσκεται σε συλλογές ελληνικών λαϊκών παραμυθιών όπως η συλλογή του Γ. Μέγα, εκδ. Εστία και η συλλογή του Γ. Ιωάννου, εκδ. Ερμής. Η απόδοσή του έγινε από την Άννα Αλιφραγκή)
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου